Αγγλικά → Ελληνικά - transport

προφορά
ουσ. ανάταση, διακίνηση, έκσταση, μεταγωγή, μεταγωγικό, μετακόμιση, μεταφορά, παραφορά, συγκοινωνία
ρήμ. διαβιβάζω, μετακομίζω, παραφέρω, μεταφέρω

Αγγλικά → Αγγλικά - transport

προφορά
n. act of transporting, conveyance; means of transporting (truck, ship, etc.)
v. convey, carry, bear, transfer; deport
n. transport, act of transporting, conveyance, means of transporting (truck, ship, etc.)

Αγγλικά → Γαλλικά - transport

προφορά
n. transport; moyen de transport
v. transporter, acheminer

Αγγλικά → Γερμανικά - transport

προφορά
n. Sendung; Transport, Vehikel
v. befördern, transportieren, überbrücken

Αγγλικά → Ινδονησιακά - transport

προφορά
n. kendaraan, transpor, pengangkutan, angkutan, mobil, kapal pengangkut, kapal terbang pengangkut, kapal udara pengangkut
v. mengangkut, membawa, gembira: membuat sangat gembira, mengasingkan

Αγγλικά → Ιταλικά - transport

προφορά
s. trasporto; mezzo di trasporto; (Mar; mil) nave trasporto
v. trasportare, spostare, trasferire; (fig) rapire, estasiare, entusiasmare; (Stor) deportare

Αγγλικά → Πολωνικά - transport

προφορά
v. wozić, wieźć, przewieźć, rozwieźć, uwieźć, transportować, odtransportować, przetransportować, porwać, zesłać, zachwycać, przewozić, uwozić, porywać, zsyłać, zachwycić
n. przewóz, przewiezienie, przewożenie, przywóz, rozwóz, transport, odtransportowanie, przetransportowanie, przeprawienie, przewoźnictwo, poryw, unoszenie się
a. przewozowy, rozwoźny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - transport

προφορά
s. transporte, veículo; carga transportada
v. transportar, extraditar

Αγγλικά → Ρουμανικά - transport

προφορά
v. transporta, aduce, căra, mişca, deporta, entuziasma
n. transport, transportare, tracţiune, vas de transport

Αγγλικά → Ρωσικά - transport

προφορά
с. транспорт, средства сообщения, перевозка; ссыльный, каторжник
г. перевозить, перевезти, провезти; приводить в состояние восторга; ссылать на каторгу

Αγγλικά → Ισπανικά - transport

προφορά
s. transporte, acarreto, arrastre, barcaje, porteo, traspaso, trasporte
v. transportar, acarrear, llevar, portear, transponer, trasponer, trasportar; embelesar; desterrar

Αγγλικά → Τουρκικά - transport

προφορά
f. taşımak, nakletmek, sürmek, coşturmak, heyecanlandırmak, başını döndürmek
i. taşıma, nakil, nakliye, taşıt, sürgün, kendinden geçme, coşma, taşkınlık

Αγγλικά → Ουκρανικά - transport

προφορά
n. транспорт, сполучення: засоби сполучення, валка
v. перевозити, транспортувати, везти, провозити, розвозити
a. транспортний

Γαλλικά → Αγγλικά - transport

προφορά
(m) n. transport, transportation; carrier, conveyance; handling

Γερμανικά → Αγγλικά - transport

προφορά
v. convey, carry, bear, transfer; deport

Πολωνικά → Αγγλικά - transport

n. transport, carriage, carrying, consignment, conveyance, deposit, haulage, transportation, portage

Ρουμανικά → Αγγλικά - transport

n. transport, conveyance, shipping, carriage, portage, haulage, casting, transport: vehicular transport

Τουρκικά → Αγγλικά - transport

προφορά
n. act of transporting, conveyance; means of transporting (truck, ship, etc.)
v. convey, carry, bear, transfer; deport
n. transport, act of transporting, conveyance, means of transporting (truck, ship, etc.)

Ολλανδικά → Αγγλικά - transport

προφορά
n. transport, carry forward

Αγγλικά → Ολλανδικά - transport

προφορά
zn. zending, vervoer; transport auto
ww. transporteren, vervoeren; wegvoeren

Γαλλικά → Γερμανικά - transport

προφορά
n. verlegung, beförderung, transport, abtransport, verkehr, transfer

Γαλλικά → Ιταλικά - transport

προφορά
1. (véhicule) mezzo di trasporto; mezzo {informal}
2. (général) autotrasporto (m)
3. (commerce) trasporto (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - transport

προφορά
1. (véhicule) transporte (m); meio de transporte
2. (général) transporte (m); frete (m)
3. (commerce) transporte (m); condução (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - transport

προφορά
n. доставка (m), транспорт (m), транспортный: транспортные средства (m), транспортирование (m), перевоз (m), перевозка (m), подвоз (m), переноска (m), подача (тех.) (m), перемещение (тех.) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - transport

προφορά
1. (véhicule) medio de transporte
2. (général) acarreo (m); porte (m)
3. (commerce) transporte (m); acarreo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - transport

προφορά
[le] taşıma, iletme; geçirme, devir; taşkınlık

Γερμανικά → Γαλλικά - transport

προφορά
n. transport (m), acheminement (m), convoi (m), transport routier (m), déménagement (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - transport

προφορά
n. spedizione (f), condotta (f), trasporto (m), convoglio (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - transport

προφορά
n. перевозка (m), перевоз (m), провоз (m), транспортировка (m), партия груза (m), транспорт (m), передача (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - transport

προφορά
n. transporte (m), acarreo (m), conducción (f), convoy (m), acarreamiento (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - transport

προφορά
i. taşıma (m), nakil (m)

Τουρκικά → Γαλλικά - transport

προφορά
[le] taşıma, iletme; geçirme, devir; taşkınlık

Ολλανδικά → Γαλλικά - transport

προφορά
1. (algemeen) transport (m); transport routier; camionnage (m)
2. (handel) transport (m); transfert (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - transport

προφορά
1. (véhicule) vervoersmiddel (n); transportmiddel (n)
2. (général) vervoer (n); transport (n)
3. (commerce) transport (n); vervoer (n); overbrenging (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - transport

προφορά
transport ,vervoer

Αγγλικά → Αραβικά - transport

προφορά
‏مواصلات، وسائط نقل، سفينة لنقل الجند، طائرة لنقل الجند، نشوة، نقل، مجرم منفي، طرب أو خفة‏
‏نقل، جرف، نفى، أثار، أبعد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - transport

προφορά
(名) 运输; 交通运输系统; 交通工具; 运输机, 运输船
(动) 传送, 流放, 运输

Αγγλικά → Κινεζικά - transport

προφορά
(名) 運輸; 交通運輸系統; 交通工具; 運輸機, 運輸船
(動) 傳送, 流放, 運輸

Αγγλικά → Χίντι - transport

προφορά
n. यातायात, यातायात-साधन, ट्रांसपोर्ट
v. ढोना, अपवाहन करना
a. ढोने का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - transport

προφορά
(動) 輸送する; 夢中にさせる; 流刑にする
(名) 輸送; 乗り物; 輸送機関(トラックや船など)

Αγγλικά → Κορεατικά - transport

προφορά
명. 수송, 운송; 운송수단 (트럭, 배 등)
동. 수송하다, 운송하다; 추방하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - transport

προφορά
n. sự chuyên chở, sự vận tải, mối cảm kích, tù bị đày, sự hoan hỉ

Γερμανικά → Κινεζικά - transport

προφορά
[der]搬。搬运。传输。航运。输送。运输。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: transporting
Present: transport (3.person: transports)
Past: transported
Future: will transport
Present conditional: would transport
Present Perfect: have transported (3.person: has transported)
Past Perfect: had transported
Future Perfect: will have transported
Past conditional: would have transported
© dictionarist.com