Αγγλικά → Ελληνικά - traffic

προφορά
ουσ. δοσοληψία, εμπόριο, κυκλοφορία, μεταφορά, συγκοινωνία, τροχαία κίνηση, τροχαία κυκλοφορία, κίνηση, κίνηση εις τους δρόμους
ρήμ. εμπορεύομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - traffic

προφορά
n. movement of vehicles or persons; trade, commerce; load of messages in a communications network (Computers)
v. deal in, sell (especially illegal drugs)

Αγγλικά → Γαλλικά - traffic

προφορά
n. trafic (automobile et judiciaire), circulation; surcharge de messages sur le réseau de communication (informatique)
v. faire du trafic (essentiellement de drogue)

Αγγλικά → Γερμανικά - traffic

προφορά
n. Verkehr, (Comput) Informationsbelastung eine Datennetzes
v. Handel treiben (hauptsächlich mit Drogen)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - traffic

προφορά
n. lalu lintas, pengangkutan, perdagangan, penukaran
v. berdagang, mendagangkan, memperdagangkan, menjual-belikan, bergaul
a. lalu lintas: yg berkenaan dgn lalu lintas

Αγγλικά → Ιταλικά - traffic

προφορά
s. traffico; movimento; commercio; (inform.) ingorgo di messaggi in rete
v. commerciare, trafficare, negoziare; fare traffico

Αγγλικά → Πολωνικά - traffic

προφορά
n. handel jakimś towarem, ruch, automobilowy: transport automobilowy
v. handlować, frymarczyć, przeszachrować, kupczyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - traffic

προφορά
s. trânsito; tráfico; (informática) sobrecarga de mensagens na rede de comunicação
v. comerciar (de preferência com drogas)

Αγγλικά → Ρουμανικά - traffic

προφορά
n. circulaţie, comerţ, negoţ, trafic
v. face comerţ cu, trafica
a. circulator

Αγγλικά → Ρωσικά - traffic

προφορά
с. движение, транспорт, перевозки, количество перевезенных пассажиров за определенный период, количество телеграмм, фрахт, грузы, торговля, дела, отношения
г. торговать; иметь дело, сговариваться

Αγγλικά → Ισπανικά - traffic

προφορά
s. tráfico, circulación, tráfago, tránsito; comercio, negocio; (inform.) tráfico de avisos en una red de comunicación
v. traficar, comerciar

Αγγλικά → Τουρκικά - traffic

προφορά
f. değiş tokuş etmek, karanlık işler yapmak, iş yapmak, yolculuk etmek
i. trafik, gidiş geliş, alışveriş

Αγγλικά → Ουκρανικά - traffic

προφορά
n. транспорт, перевезення, торгівля, перевіз, рух
v. торгувати
a. транспортний

Γερμανικά → Αγγλικά - traffic

προφορά
n. traffic

Αγγλικά → Ολλανδικά - traffic

προφορά
zn. verkeer; handel; (in computers) veel informatie die gelijktijdig via het netwerk verstuurd wordt
ww. handel drijven; sjacheren; verhandelen; versjacheren

Αγγλικά → Αραβικά - traffic

προφορά
‏حركة السير، حركة سكة الحديد، تجارة، تجارة غير شروعة، الحركة الجوية‏
‏تاجر، هرب، إشتغل بتجارة غير مشروعة، روح، يجئ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - traffic

προφορά
(名) 交通, 运输, 通行, 交通工具或行人的运动; 贸易, 商业; 在一个通讯网下载信息 (计算机用语)
(动) 交易, 做非法买卖; 来来往往

Αγγλικά → Κινεζικά - traffic

προφορά
(名) 交通, 運輸, 通行
(動) 交易, 做非法買賣; 來來往往

Αγγλικά → Χίντι - traffic

προφορά
n. ट्रेफ़िक, यातायात, यातायात-साधन, जहाज़ का किराया, जहाज़ का भाड़ा, बोझ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - traffic

προφορά
(名) 交通, 通行, 往来; 交通量, 運輸量; 売買, 貿易; 取引; 運輸業; (コンピュータ)トラフィック, 通信回線の込み具合
(動) 売買する(特に違法ドラッグ); 商う; 犠牲にする

Αγγλικά → Κορεατικά - traffic

προφορά
명. 교통, 교통 운수업, 무역, 고객수, 교섭
동. 매매하다, 거래하다, 교섭을 갖다, 장사하다, 희생시키다, 통행하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - traffic

προφορά
n. sự mậu dịch, sự buôn bán bất chánh, sự đi lại, sự giao thông, sự nghẻn tắc vì xe cộ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: trafficking
Present: traffic (3.person: traffics)
Past: trafficked
Future: will traffic
Present conditional: would traffic
Present Perfect: have trafficked (3.person: has trafficked)
Past Perfect: had trafficked
Future Perfect: will have trafficked
Past conditional: would have trafficked
© dictionarist.com