Αγγλικά → Ελληνικά - traditional

προφορά
επίθ. πατροπαράδοτος, παραδοσιακός

Αγγλικά → Αγγλικά - traditional

προφορά
adj. customary, pertaining to tradition, handed down by tradition, in accordance with tradition

Αγγλικά → Γαλλικά - traditional

προφορά
adj. traditionnel

Αγγλικά → Γερμανικά - traditional

προφορά
adj. traditionell

Αγγλικά → Ινδονησιακά - traditional

προφορά
a. tradisional, adati, biasa

Αγγλικά → Ιταλικά - traditional

προφορά
agg. tradizionale

Αγγλικά → Πολωνικά - traditional

προφορά
a. tradycyjny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - traditional

προφορά
adj. tradicional

Αγγλικά → Ρουμανικά - traditional

προφορά
a. tradiţional

Αγγλικά → Ρωσικά - traditional

προφορά
прил. традиционный, передаваемый из поколения в поколение, основанный на обычае

Αγγλικά → Ισπανικά - traditional

προφορά
adj. tradicional, consabido, convencional

Αγγλικά → Τουρκικά - traditional

προφορά
s. geleneksel

Αγγλικά → Ουκρανικά - traditional

προφορά
a. традиційний

Ρουμανικά → Αγγλικά - traditional

adj. traditional, inveterate, time-honored, time-honoured
adv. traditionally

Αγγλικά → Ολλανδικά - traditional

προφορά
bn. traditioneel

Αγγλικά → Αραβικά - traditional

προφορά
‏تقليدي، سماعي نقلي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - traditional

προφορά
(形) 传统的; 因袭的; 惯例的; 口传的, 传说的

Αγγλικά → Κινεζικά - traditional

προφορά
(形) 傳統的; 因襲的; 慣例的; 口傳的, 傳說的

Αγγλικά → Χίντι - traditional

προφορά
a. प्रथावाला, परंपरागत, परंपरा-संबंधी, रूढि़-गत, सनातन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - traditional

προφορά
(形) 習慣的な, 伝統の, 習慣に従った; 伝説の

Αγγλικά → Κορεατικά - traditional

προφορά
형. 전통적인, 관례적인, 관습적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - traditional

προφορά
a. thuộc về truyền tyhống


dictionary extension
© dictionarist.com