Πορτογαλικά → Αγγλικά - tradicional

προφορά
adj. orthodox, traditional

Ισπανικά → Αγγλικά - tradicional

προφορά
adj. traditional, classic, conventional

Πορτογαλικά → Γαλλικά - tradicional

προφορά
1. (geral) séculaire; traditionnel
2. (resposta) standard; courant

Ισπανικά → Γαλλικά - tradicional

προφορά
1. (general) séculaire; traditionnel
2. (respuesta) standard; courant

Ισπανικά → Γερμανικά - tradicional

προφορά
a. überliefert, herkömmlich, traditionell, üblich, überkommen, hergebracht, althergebracht, traditionsgebunden

Ισπανικά → Ρωσικά - tradicional

προφορά
adj. традиционный

Ισπανικά → Κορεατικά - tradicional

προφορά
adj. 전통적인


dictionary extension
© dictionarist.com