Αγγλικά → Ελληνικά - touchy

προφορά
επίθ. ευερέθιστος, μυγιαγγιχτός, εύθικτος, ανέγγιχτος, ευαίσθητος

Αγγλικά → Αγγλικά - touchy

προφορά
adj. sensitive, irritable, thin-skinned

Αγγλικά → Γαλλικά - touchy

προφορά
adj. susceptible, sensible, irascible

Αγγλικά → Γερμανικά - touchy

προφορά
adj. empfindlich, empfindsam

Αγγλικά → Ινδονησιακά - touchy

προφορά
a. tipis telinga, rapuh hati, tersinggung: mudah tersinggung, bengkeng, berbahaya, terbakar: mudah terbakar

Αγγλικά → Ιταλικά - touchy

προφορά
agg. suscettibile, permaloso; irritabile; precario, incerto, insicuro

Αγγλικά → Πολωνικά - touchy

προφορά
a. drażliwy, obraźliwy, przewrażliwiony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - touchy

προφορά
adj. sensível, suscetível

Αγγλικά → Ρουμανικά - touchy

προφορά
a. acru, belaliu, sensibil, supărăcios, susceptibil

Αγγλικά → Ρωσικά - touchy

προφορά
прил. обидчивый, легковоспламеняющийся, раздражительный, повышенно чувствительный, рискованный, опасный

Αγγλικά → Ισπανικά - touchy

προφορά
adj. susceptible, cosquilloso, delicado, enfadadizo, enojadizo, quisquilloso, sensitivo

Αγγλικά → Τουρκικά - touchy

προφορά
s. nazik, hassas, alıngan, çabuk küsen, titiz, etkileyici

Αγγλικά → Ουκρανικά - touchy

προφορά
a. образливий, чутливий: надто чутливий, ризикований

Αγγλικά → Ολλανδικά - touchy

προφορά
bn. gevoelig, trefbaar

Αγγλικά → Αραβικά - touchy

προφορά
‏شديد الحساسية، سريع الغضب، دقيق، شائك‏

Αγγλικά → Κινεζικά - touchy

προφορά
(形) 易怒的, 过敏的, 难以取悦的

Αγγλικά → Κινεζικά - touchy

προφορά
(形) 易怒的, 過敏的, 難以取悅的

Αγγλικά → Χίντι - touchy

προφορά
a. जल्द नराज़ हो जानेवाला, जल्द अप्रसन्न हो जानेवाला, चिड़चिड़ा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - touchy

προφορά
(形) 怒りっぽい; 神経過敏な; 扱いにくい; 危険な

Αγγλικά → Κορεατικά - touchy

προφορά
형. 민감한, 까다로운, 성미가 급한

Αγγλικά → Βιετναμικά - touchy

προφορά
a. dể cãm, hay giận, cảm kích, cảm động


© dictionarist.com