Αγγλικά → Ελληνικά - totter

προφορά
ρήμ. κλονούμαι, ασταθώ, παραπαίω, τρικλίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - totter

προφορά
v. stagger, wobble, tremble, sway

Αγγλικά → Γαλλικά - totter

προφορά
v. chanceler, tituber, trembler

Αγγλικά → Γερμανικά - totter

προφορά
v. torkeln, wankeln, taumeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - totter

προφορά
n. perjalanan terhuyung-huyung, kegoyangan
v. berjalan dgn terhuyung-huyung, berjalan dgn tersandung, sempoyongan, bergoyang, inggang-inggung

Αγγλικά → Ιταλικά - totter

προφορά
v. barcollare, vacillare, traballare

Αγγλικά → Πολωνικά - totter

προφορά
n. chwiejny krok
v. kiwać się, chwiać się, chwiejny: chodzić na chwiejnych nogach, kiwnąć się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - totter

προφορά
v. cambalear

Αγγλικά → Ρουμανικά - totter

προφορά
v. clătina, împletici, merge şovăitor, clătina: se clătina

Αγγλικά → Ρωσικά - totter

προφορά
г. идти неверной походкой, заплетаться, ковылять, трястись, шататься, угрожать падением, разрушаться, гибнуть

Αγγλικά → Ισπανικά - totter

προφορά
v. tambalearse, bambolearse, cojear, titubear; ser titubeante

Αγγλικά → Τουρκικά - totter

προφορά
f. sendelemek, yalpalamak, sendeleyerek gitmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - totter

προφορά
n. хиткий: хитка хода, хитання
v. хиткий: іти хиткою ходою, трястися, гинути

Αγγλικά → Ολλανδικά - totter

προφορά
ww. waggelen, wankelen

Αγγλικά → Αραβικά - totter

προφορά
‏ترنح‏
‏ترنح، تمايل، تداعى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - totter

προφορά
(动) 蹒跚, 动摇, 踉跄

Αγγλικά → Κινεζικά - totter

προφορά
(動) 蹣跚, 動搖, 踉蹌

Αγγλικά → Χίντι - totter

προφορά
v. डगमगाना, डगमगाते हुए चलना, लड़खड़ाते हुए चलना, लंगड़ाते हुए चलना, कंपना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - totter

προφορά
(動) よろよろ歩く; よろめく; ぐらつく; 崩壊しそうになる

Αγγλικά → Κορεατικά - totter

προφορά
동. 비틀거리다, 흔들거리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - totter

προφορά
n. bước đi ngã xiên
v. lung lay, đi ngã xiên vẹo


Χρονοι ρηματων

Present participle: tottering
Present: totter (3.person: totters)
Past: tottered
Future: will totter
Present conditional: would totter
Present Perfect: have tottered (3.person: has tottered)
Past Perfect: had tottered
Future Perfect: will have tottered
Past conditional: would have tottered
© dictionarist.com