Αγγλικά → Ελληνικά - tolerate

προφορά
ρήμ. ανέχομαι, υποφέρω

Αγγλικά → Αγγλικά - tolerate

προφορά
v. bear, suffer, endure; permit, sanction, indulge
v. tolerate, endure, permit; countenance; have

Αγγλικά → Γαλλικά - tolerate

προφορά
v. tolérer; supporter, endurer; permettre

Αγγλικά → Γερμανικά - tolerate

προφορά
v. tolerieren; gestatten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - tolerate

προφορά
v. sabar menghadapi, mentolerir, menoleransikan, membiarkan, tahan

Αγγλικά → Ιταλικά - tolerate

προφορά
v. tollerare, sopportare

Αγγλικά → Πολωνικά - tolerate

προφορά
v. tolerować, znieść, ścierpieć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - tolerate

προφορά
v. tolerar; permitir

Αγγλικά → Ρουμανικά - tolerate

προφορά
v. admite, îngădui, suporta, tolera

Αγγλικά → Ρωσικά - tolerate

προφορά
г. терпеть, выносить, быть толерантным, допускать, дозволять

Αγγλικά → Ισπανικά - tolerate

προφορά
v. tolerar, aceptar, aguantar, conllevar, consentir, consentir en, soportar; ser tolerante

Αγγλικά → Τουρκικά - tolerate

προφορά
f. hoşgörmek, müsamaha etmek, tahammül etmek, katlanmak, dayanmak, göz yummak, hazmetmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - tolerate

προφορά
v. терпіти, дозволяти, витримувати, терпимий: бути терпимим, стерпіти

Αγγλικά → Ολλανδικά - tolerate

προφορά
ww. tolereren; toestaan

Αγγλικά → Αραβικά - tolerate

προφορά
‏تحمل، إحتمل، تساهل، تسامح ب، أطاق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - tolerate

προφορά
(动) 忍受; 容许, 不干预; 容忍, 宽恕; 承认, 尊重

Αγγλικά → Κινεζικά - tolerate

προφορά
(動) 忍受; 容許, 不干預; 容忍, 寬恕; 承認, 尊重

Αγγλικά → Χίντι - tolerate

προφορά
v. सहना, भुगतना, बर्दाश्त करना, सबर करना, सहन करना, धैर्य रखना, धैर्य धारण करना, होने देना, करने देना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - tolerate

προφορά
(動) 寛大に扱う; 我慢する; 耐性がある

Αγγλικά → Κορεατικά - tolerate

προφορά
동. 남다, 견디다; 용인하다, 묵인하다, 너그럽게 봐주다

Αγγλικά → Βιετναμικά - tolerate

προφορά
v. chịu đau đớn, khoan dung, khoan thứ, tha thứ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: tolerating
Present: tolerate (3.person: tolerates)
Past: tolerated
Future: will tolerate
Present conditional: would tolerate
Present Perfect: have tolerated (3.person: has tolerated)
Past Perfect: had tolerated
Future Perfect: will have tolerated
Past conditional: would have tolerated
© dictionarist.com