Ισπανικά → Αγγλικά - tolerancia

προφορά
n. tolerance; allowance; reasonableness; abiding; broadmindedness; overmeasure

Ισπανικά → Γαλλικά - tolerancia

προφορά
1. (mecánico) tolérance (f)
2. (carácter) largeur d'esprit; tolérance (f)
3. (religión) tolérance (f) 4. (medicina) tolérance (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - tolerancia

προφορά
n. duldsamkeit, toleranz, duldung, verträglichkeit, nachsicht, abweichung, freigrenze

Ισπανικά → Ρωσικά - tolerancia

προφορά
n. терпимость, допуск

Ισπανικά → Κορεατικά - tolerancia

προφορά
n. 관용, 통행허가, 용인


dictionary extension
© dictionarist.com