Πορτογαλικά → Αγγλικά - tocante

προφορά
adj. moving, touching

Ισπανικά → Αγγλικά - tocante

προφορά
prep. towards, toward

Γαλλικά → Γερμανικά - tocante

προφορά
taschenuhr

Πορτογαλικά → Γαλλικά - tocante

προφορά
(sentimento) émouvant; poignant; bouleversant; captivant; déchirant

Ισπανικά → Γερμανικά - tocante

προφορά
a. berührend

Ισπανικά → Κορεατικά - tocante

προφορά
prep. 관하다: ...에 관해서, 이점에서는


dictionary extension
© dictionarist.com