Πορτογαλικά → Αγγλικά - titulado

προφορά
adj. titled, having a title; called

Ισπανικά → Αγγλικά - titulado

προφορά
adj. certificated, qualified; conclusional, of a decision, of a ruling

Ισπανικά → Γαλλικά - titulado

προφορά
(diploma) diplômé; qualifié; habilité; compétent

Ισπανικά → Γερμανικά - titulado

προφορά
n. diplomierte, betitelung, überschrift
a. diplomiert

Ισπανικά → Κορεατικά - titulado

προφορά
adj. 면허를 취득한


dictionary extension
© dictionarist.com