Αγγλικά → Ελληνικά - throbbing

προφορά
ουσ. καρδιοκτύπι
επίθ. παλλομένος

Αγγλικά → Αγγλικά - throbbing

προφορά
n. throb, beat, pulse; occurrence of fast strong pulsation; sound that has a strong rhythmic beat
adj. that beats strongly, pounding

Αγγλικά → Γαλλικά - throbbing

προφορά
n. vibration, battement, palpitation; vrombissement; élancement

Αγγλικά → Γερμανικά - throbbing

προφορά
[throb] v. klopfen, pochen, schlagen
adj. stark schlagend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - throbbing

προφορά
n. denyut, denyutan, dentaman

Αγγλικά → Ιταλικά - throbbing

προφορά
s. palpitazione, pulsazione

Αγγλικά → Πορτογαλικά - throbbing

προφορά
s. pancada, surra, porrada; pulsação rápida e forte; som de rítmos e compasso fortes
adj. batimento forte, pancada forte

Αγγλικά → Ρουμανικά - throbbing

προφορά
n. bătaie {med.}
a. trepidant

Αγγλικά → Ρωσικά - throbbing

προφορά
[throb] г. сильно биться, сильно пульсировать, трепетать, волноваться

Αγγλικά → Ισπανικά - throbbing

προφορά
[throb] v. latir, palpitar, pulsar; ser palpitante

Αγγλικά → Ουκρανικά - throbbing

προφορά
n. трепетання, пульсація

Αγγλικά → Ολλανδικά - throbbing

προφορά
zn. geklop, gebons; opeenvolging van snel hard geklop; geluid met sterke ritmische slag
bn. stampend, bonzend

Αγγλικά → Αραβικά - throbbing

προφορά
نبض, ارتج, خفق, اهتز

Αγγλικά → Κινεζικά - throbbing

προφορά
[throb] (动) 悸动, 颤动, 抽动

Αγγλικά → Κινεζικά - throbbing

προφορά
[throb] (動) 悸動, 顫動, 抽動

Αγγλικά → Ιαπωνικά - throbbing

προφορά
(形) 強打する
(名) 鼓動; 動悸; どきどき
(動) 鼓動する; 震動する; ずきずきする

Αγγλικά → Κορεατικά - throbbing

προφορά
명. 동계


© dictionarist.com