Αγγλικά → Ελληνικά - theme

προφορά
ουσ. θέμα

Αγγλικά → Αγγλικά - theme

προφορά
v. provide with a subject
n. subject, topic, main idea
n. topic, theme

Αγγλικά → Γαλλικά - theme

προφορά
v. donner un sujet
n. sujet, thème, idée principale

Αγγλικά → Γερμανικά - theme

προφορά
n. Thema, Gegenstand, Leitmotiv

Αγγλικά → Ινδονησιακά - theme

προφορά
n. tema, pokok, motif, karangan pendek, suara dasar, kata dasar, dasar kata

Αγγλικά → Ιταλικά - theme

προφορά
s. tema, argomento, soggetto; componimento

Αγγλικά → Πολωνικά - theme

προφορά
n. temat, motyw, rzecz, anegdota, osnowa

Αγγλικά → Πορτογαλικά - theme

προφορά
v. prover um assunto, dar um tópico a
s. tema, assunto , enredo

Αγγλικά → Ρουμανικά - theme

προφορά
n. temă, subiect, disertaţie, compunere la şcoală

Αγγλικά → Ρωσικά - theme

προφορά
с. тема, предмет, сочинение на заданную тему, основа, позывные

Αγγλικά → Ισπανικά - theme

προφορά
s. tema, asunto, contexto, lema, motivo, temática, tópico; composición, disertación

Αγγλικά → Τουρκικά - theme

προφορά
i. tema, motif [müz.], içerik, melodi, konu, ödev, tanıtım müziği

Αγγλικά → Ουκρανικά - theme

προφορά
n. тема, думка: основна думка

Γερμανικά → Αγγλικά - theme

προφορά
n. subject, topic, main idea

Αγγλικά → Ολλανδικά - theme

προφορά
zn. thema; onderwerp; centraal motief

Γερμανικά → Τουρκικά - theme

προφορά
konu, anakonu, tema, izlek

Αγγλικά → Αραβικά - theme

προφορά
‏موضوع، فكرة رئيسية، جذر الكلمة، موضوع تعبوي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - theme

προφορά
(名) 主题, 题目, 话题

Αγγλικά → Κινεζικά - theme

προφορά
(名) 主題, 題目, 話題

Αγγλικά → Χίντι - theme

προφορά
n. थीम, विषय, प्रसंग, मुद्दा, मज़मून

Αγγλικά → Ιαπωνικά - theme

προφορά
(名) 主題; 話題; 作文; 主旋律

Αγγλικά → Κορεατικά - theme

προφορά
명. 주제, 작문, 테마, 문제, 주된 의견

Αγγλικά → Βιετναμικά - theme

προφορά
adv. chủ đề


dictionary extension
© dictionarist.com