Αγγλικά → Ελληνικά - terse

προφορά
επίθ. λιτός, ξηρός, σύντομος και πλήρης ένοιας

Αγγλικά → Αγγλικά - terse

προφορά
adj. concise, succinct, curt, short
v. wipe, wipe away, dry, wipe dry
adj. pure, terse, clean

Αγγλικά → Γαλλικά - terse

προφορά
adj. concis; laconique

Αγγλικά → Γερμανικά - terse

προφορά
adj. knapp; kurz und bündig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - terse

προφορά
a. pendek, ringkas, rapi

Αγγλικά → Ιταλικά - terse

προφορά
agg. succinto, conciso, essenziale; terso, forbito

Αγγλικά → Πολωνικά - terse

προφορά
a. zwięzły, lapidarny, dosadny, krótki, lakoniczny, jędrny, węzłowaty, treściwy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - terse

προφορά
adj. sintetizado, resumido

Αγγλικά → Ρουμανικά - terse

προφορά
a. concis, clar

Αγγλικά → Ρωσικά - terse

προφορά
прил. сжатый, краткий, немногословный

Αγγλικά → Ισπανικά - terse

προφορά
adj. conciso, brusco, sucinto; terso

Αγγλικά → Τουρκικά - terse

προφορά
s. özlü, veciz, kısa ve öz

Αγγλικά → Ουκρανικά - terse

προφορά
a. стислий, небагатослівний, пригладжений

Ισπανικά → Αγγλικά - terse

προφορά
[tersar] v. smooth, make smooth; gloss, add a shiny finish to

Αγγλικά → Ολλανδικά - terse

προφορά
bn. kort (en bondig), beknopt, kortaf, gedrongen

Αγγλικά → Αραβικά - terse

προφορά
‏وجيز، جامع، مقتضب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - terse

προφορά
(形) 精练的, 简练的

Αγγλικά → Κινεζικά - terse

προφορά
(形) 精練的, 簡練的

Αγγλικά → Χίντι - terse

προφορά
a. संक्षिप्त, मुख़्तसर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - terse

προφορά
(形) 簡潔な, 短い

Αγγλικά → Κορεατικά - terse

προφορά
형. 간결한, 야무진, 짧은

Αγγλικά → Βιετναμικά - terse

προφορά
a. vắn tắc, gọn


© dictionarist.com