Ιταλικά → Αγγλικά - tardo

προφορά
adj. slow, late, belated, thick, tardy, lagging, dull

Ισπανικά → Αγγλικά - tardo

προφορά
[tardo] adj. dilatory, lackadaisical

Ιταλικά → Γαλλικά - tardo

προφορά
1. (generale) tard
2. (tempo) attardé; tardif

Ιταλικά → Γερμανικά - tardo

προφορά
adj. langsam, träge, schwerblütig, später, spät

Ισπανικά → Γερμανικά - tardo

προφορά
a. langsam, schwerfällig, schwer, träge, zögernd, nachträglich


dictionary extension
© dictionarist.com