Αγγλικά → Ελληνικά - tangible

προφορά
επίθ. απτός, αισθητός

Αγγλικά → Αγγλικά - tangible

προφορά
n. something that can be touched or felt, something real or substantial; tangible property, something that has monetary value
adj. capable of being felt or touched, real, substantial; having monetary value
adj. tangible, positive, substantial

Αγγλικά → Γαλλικά - tangible

προφορά
n. élément que l'on peut toucher ou palper, chose réelle ou subtantielle; propriété tangible; objet ayant une valeur monétaire
adj. tangible, palpable, sensible; réel; concret; subtantiel; matériel

Αγγλικά → Γερμανικά - tangible

προφορά
n. Sachanlagevermögen
adj. greifbar, deutlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - tangible

προφορά
a. diraba: yg dpt diraba, berwujud, nyata, jelas, terang

Αγγλικά → Ιταλικά - tangible

προφορά
s. tangibile
agg. tangibile, palpabile; concreto, reale, effettivo; sicuro, evidente, manifesto

Αγγλικά → Πολωνικά - tangible

προφορά
a. namacalny, faktyczny, dotykalny, materialny, wyraźny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - tangible

προφορά
s. tangível
adj. real, factível, alcançável

Αγγλικά → Ρουμανικά - tangible

προφορά
a. clar {fig.}, palpabil, real, sensibil, tangibil

Αγγλικά → Ρωσικά - tangible

προφορά
с. нечто ощутимое, нечто реальное, нечто осязаемое
прил. осязаемый, ощутимый, материальный, реальный, заметный, ясный

Αγγλικά → Ισπανικά - tangible

προφορά
s. bienes considerables, cuantiosos
adj. tangible, palpable, substancial

Αγγλικά → Τουρκικά - tangible

προφορά
s. somut, elle tutulur, gerçek, hissedilir, maddi

Αγγλικά → Ουκρανικά - tangible

προφορά
n. реальність
a. матеріальний, реальний

Γαλλικά → Αγγλικά - tangible

προφορά
adj. tangible, positive, substantial

Ισπανικά → Αγγλικά - tangible

προφορά
adj. corporeal, tangible

Αγγλικά → Ολλανδικά - tangible

προφορά
zn. tastbaar, voelbaar
bn. voelbaar, duidelijk

Γαλλικά → Γερμανικά - tangible

προφορά
adj. plastisch, positiv

Γαλλικά → Ιταλικά - tangible

προφορά
1. (concret) tangibile; concreto
2. (perception sensorielle) tangibile

Γαλλικά → Πορτογαλικά - tangible

προφορά
1. (concret) tangível; concreto
2. (perception sensorielle) tangível

Γαλλικά → Ρωσικά - tangible

προφορά
a. осязаемый

Γαλλικά → Ισπανικά - tangible

προφορά
1. (concret) tangible; concreto
2. (perception sensorielle) tangible

Γαλλικά → Τουρκικά - tangible

προφορά
dokunulabilir, elle tutulur

Ισπανικά → Γαλλικά - tangible

προφορά
1. (concreto) tangible; concret
2. (percepción sensoria) tangible
3. (sensación mental) palpable; manifeste

Ισπανικά → Γερμανικά - tangible

προφορά
a. berührbar, fassbar, greifbar, spürbar, fühlbar, offensichtlich

Ισπανικά → Ρωσικά - tangible

προφορά
adj. осязаемый

Γαλλικά → Ολλανδικά - tangible

προφορά
1. (concret) tastbaar; concreet
2. (perception sensorielle) tastbaar

Αγγλικά → Αραβικά - tangible

προφορά
‏حسي، ملموس، محسوس، مادي، حقيقي، واقعي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - tangible

προφορά
(名) 有形资产
(形) 实体的, 有形的, 明白的

Αγγλικά → Κινεζικά - tangible

προφορά
(名) 有形資產
(形) 實體的, 有形的, 明白的

Αγγλικά → Χίντι - tangible

προφορά
a. हक़ीक़ी, वास्तविक, असली

Αγγλικά → Ιαπωνικά - tangible

προφορά
(形) 明白な; 実質的な; 金銭的価値のある
(名) 有形物, 何か触ったり感じたりできるもの, 実質的なもの, 金銭的価値のあるもの

Αγγλικά → Κορεατικά - tangible

προφορά
형. 만져서 알 수 있는, 실재적인, 실체가 있는; 유형자산의

Αγγλικά → Βιετναμικά - tangible

προφορά
a. có thể rờ, rỏ ràng, có thật

Ισπανικά → Κορεατικά - tangible

προφορά
adj. 닿아 느껴지는, 만져서 알 수 있는


dictionary extension
© dictionarist.com