Πορτογαλικά → Αγγλικά - táctica

προφορά
n. tactics

Ισπανικά → Αγγλικά - táctica

προφορά
n. tactics, science of employing forces in combat; military maneuvers; methods for achieving a goal; gambit, tactic in which a piece is sacrificed to gain an advantage (Chess)

Ισπανικά → Γαλλικά - táctica

προφορά
1. (general) tactique (f)
2. (militar) tactique (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - táctica

προφορά
n. taktik

Ισπανικά → Ρωσικά - táctica

προφορά
n. тактика

Ισπανικά → Κορεατικά - táctica

προφορά
n. 전술, 용병


dictionary extension
© dictionarist.com