Αγγλικά → Γερμανικά - swarming

προφορά
n. ausflug (m)

Αγγλικά → Ιταλικά - swarming

προφορά
s. formicolio (m)

Αγγλικά → Ρουμανικά - swarming

προφορά
n. roire, viermuială
a. roitor

Αγγλικά → Ισπανικά - swarming

προφορά
hormigueo, enjambramiento, gregarización, enjambrazón

Αγγλικά → Αραβικά - swarming

προφορά
‏مزدحم‏


dictionary extension
© dictionarist.com