Πορτογαλικά → Αγγλικά - sutil

προφορά
adj. keen; penetrating, pervasive; subtle

Ισπανικά → Αγγλικά - sutil

προφορά
adj. fine; nice; nugatory; subtle, hairsplitting; acute

Πορτογαλικά → Γαλλικά - sutil

προφορά
1. (diferença) subtil
2. (engenhoso) subtil; ingénieux; astucieux

Ισπανικά → Γαλλικά - sutil

προφορά
1. (diferencia) subtil
2. (ingenioso) subtil; ingénieux; astucieux
3. (tejidos) délicat; fin

Ισπανικά → Γερμανικά - sutil

προφορά
a. dünn, hauchdünn, zart, hauchzart, subtil, raffiniert, feinsinnig, scharfsinnig, spitzfindig, pointiert, tüftelig

Ισπανικά → Ρωσικά - sutil

προφορά
adj. легкий, слабый, тонкий

Ισπανικά → Κορεατικά - sutil

προφορά
adj. 민감한, 좋은, 의뭉스러운


dictionary extension
© dictionarist.com