Πορτογαλικά → Αγγλικά - susto

προφορά
(m) n. affright, fright, scare; shock

Ισπανικά → Αγγλικά - susto

προφορά
[susto (m)] n. terror, alarm; fright, start

Ισπανικά → Γαλλικά - susto

προφορά
(espanto) effroi (m); horreur (f); frayeur (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - susto

προφορά
n. schreck, schrecken, erschrecken

Ισπανικά → Ρωσικά - susto

προφορά
n. испуг

Ισπανικά → Κορεατικά - susto

προφορά
n. 공포


dictionary extension
© dictionarist.com