Πορτογαλικά → Αγγλικά - sustento

προφορά
n. keeping, diet, feed, food, livelihood

Ισπανικά → Αγγλικά - sustento

προφορά
[sustento (m)] n. sustenance, nourishment; living, livelihood

Πορτογαλικά → Γαλλικά - sustento

προφορά
1. (geral) vivants (mp) 2. (comestíveis) aliments (mp); nourriture (f)
3. (família) soutien (m); entretien (m) 4. (construção) support (m)
5. (dinheiro) moyens d'existence; gagne-pain (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - sustento

προφορά
1. (comestibles) aliments (mp); nourriture (f)
2. (comida) valeur nutritive
3. (dinero) moyens d'existence; gagne-pain (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - sustento

προφορά
n. nahrung, ernährung, versorgung, erwerb, unterhalt, lebensunterhalt, beköstigung, zehrung

Ισπανικά → Ρωσικά - sustento

προφορά
n. поддержка

Ισπανικά → Κορεατικά - sustento

προφορά
n. 지탱, 유지


dictionary extension
© dictionarist.com