Ισπανικά → Αγγλικά - sustentador

προφορά
adj. sustaining

Πορτογαλικά → Γαλλικά - sustentador

προφορά
1. (arquitetura) qui supporte; soutenant; portant
2. (dinheiro) subvenant; aidant
3. (homem) pourvoyeur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - sustentador

προφορά
a. stützend, tragend, haltend


dictionary extension
© dictionarist.com