Ισπανικά → Αγγλικά - sustantivo

προφορά
adj. substantival, of or pertaining to a substantive, of or pertaining to a noun (Grammar), substantive

Ισπανικά → Γαλλικά - sustantivo

προφορά
(lingüística) nom (m); substantif (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - sustantivo

προφορά
n. substantiv, hauptwort
a. eigenständig, substantivisch, hauptwörtlich

Ισπανικά → Κορεατικά - sustantivo

προφορά
adj. 명사로 쓰여진


dictionary extension
© dictionarist.com