Αγγλικά → Ελληνικά - survive

προφορά
ρήμ. επιζώ

Αγγλικά → Αγγλικά - survive

προφορά
v. continue to live after another has died, outlive; remain in use, continue in existence, outlast; endure, withstand
v. live through, survive; come through, outwear

Αγγλικά → Γαλλικά - survive

προφορά
v. survivre; subsister

Αγγλικά → Γερμανικά - survive

προφορά
v. überleben, weiterleben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - survive

προφορά
v. menyelamatkan diri, hidup lebih lama dr, hidup terus, bertahan

Αγγλικά → Ιταλικά - survive

προφορά
v. sopravvivere, restare in vita

Αγγλικά → Πολωνικά - survive

προφορά
v. przeżyć, ostać się, ocaleć, przetrwać, dotrwać, przetrzymać, uchować się, przeżywać, przetrzymywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - survive

προφορά
v. sobreviver, durar

Αγγλικά → Ρουμανικά - survive

προφορά
v. supravieţui, dăinui

Αγγλικά → Ρωσικά - survive

προφορά
г. пережить, остаться в живых, выживать, выжить, уцелеть, перенести, выдерживать, выдержать, продолжать существовать

Αγγλικά → Ισπανικά - survive

προφορά
v. sobrevivir, perdurar, pervivir, quedar con vida, supervivir

Αγγλικά → Τουρκικά - survive

προφορά
f. hayatta kalmak, sağ kalmak, kalmak, geriye kalmak, daha uzun yaşamak, yadigâr kalmak, dayanmak, göğüs germek

Αγγλικά → Ουκρανικά - survive

προφορά
v. переживати, вижити, зберігатися

Γαλλικά → Αγγλικά - survive

προφορά
[survivre] v. live through, survive; come through, outwear

Αγγλικά → Ολλανδικά - survive

προφορά
ww. overleven; in leven blijven

Αγγλικά → Αραβικά - survive

προφορά
‏بقي على قيد الحياة، بقي حيا، نجا من‏

Αγγλικά → Κινεζικά - survive

προφορά
(动) 活下来, 幸存; 残留; 在...之后仍然生存, 从...中逃生; 丧失; 比...活得长

Αγγλικά → Κινεζικά - survive

προφορά
(動) 活下來, 幸存; 殘留; 在...之後仍然生存, 從...中逃生; 喪失; 比...活得長

Αγγλικά → Χίντι - survive

προφορά
v. जीवित बचना, जीवित रखना, जीवित रहना, बच जाना, बना रहना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - survive

προφορά
(動) 生きながらえる, 生存する, 生き延びる; 残存する

Αγγλικά → Κορεατικά - survive

προφορά
동. 살아 남다; 지속하다; 견디다, 지탱하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - survive

προφορά
v. còn sống, sống sót, vẩn tồn tại, sống lâu hơn hết


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: surviving
Present: survive (3.person: survives)
Past: survived
Future: will survive
Present conditional: would survive
Present Perfect: have survived (3.person: has survived)
Past Perfect: had survived
Future Perfect: will have survived
Past conditional: would have survived
© dictionarist.com