Αγγλικά → Ελληνικά - sulk

προφορά
ρήμ. σκυθρωπάζω, μελαγχολώ, μουτρώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - sulk

προφορά
v. pout, maintain a sullen silence, express anger or resentment by refusing to speak or interact

Αγγλικά → Γαλλικά - sulk

προφορά
v. s'agiter, être fâché, se taire (en colère); garder le silence

Αγγλικά → Γερμανικά - sulk

προφορά
v. schmollen, bocken

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sulk

προφορά
v. merajuk, mendongkol, merongseng, bersungut, bersungut-sungut

Αγγλικά → Ιταλικά - sulk

προφορά
v. tenere il broncio, tenere il muso, fare lo scontroso

Αγγλικά → Πολωνικά - sulk

προφορά
n. dąsy, posępny nastrój
v. dąsać się, posępny: być posępnym, bzdyczyć się, kaprysić, boczyć się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sulk

προφορά
v. estar de mau humor, estar aborrecido

Αγγλικά → Ρουμανικά - sulk

προφορά
n. supărare, îmbufnare
v. supăra: se supăra, bosumfla: se bosumfla, îmbufna: se îmbufna, îmbufna

Αγγλικά → Ρωσικά - sulk

προφορά
г. дуться, сердиться

Αγγλικά → Ισπανικά - sulk

προφορά
v. enfurruñarse, amohinarse; estar contrariado, estar de mal humor, estar de morros, estar enrabietado, estar malhumorado, hacer pucheros

Αγγλικά → Τουρκικά - sulk

προφορά
f. somurtmak, surat asmak, surat etmek, küsmek
i. somurtma, surat etme, somurtkanlık, küsme

Αγγλικά → Ουκρανικά - sulk

προφορά
n. настрій: поганий настрій
v. дутися

Αγγλικά → Ολλανδικά - sulk

προφορά
ww. mokken, chagrijnig zijn

Αγγλικά → Αραβικά - sulk

προφορά
‏حرد، إستياء، نكد‏
‏نفخ، عبس، حرد، إستاء، قطب جبينه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sulk

προφορά
(动) 不高兴, 不悦, 闷闷不乐

Αγγλικά → Κινεζικά - sulk

προφορά
(動) 不高興, 不悅, 悶悶不樂

Αγγλικά → Χίντι - sulk

προφορά
v. उदास होना, बदमिज़ाज होना, उद्विग्न होना, मचलना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sulk

προφορά
(動) すねる

Αγγλικά → Κορεατικά - sulk

προφορά
동. 실쭉거리다, 골내다, 부루퉁 거리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - sulk

προφορά
n. sự hờn giổi
v. phiền muộn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: sulking
Present: sulk (3.person: sulks)
Past: sulked
Future: will sulk
Present conditional: would sulk
Present Perfect: have sulked (3.person: has sulked)
Past Perfect: had sulked
Future Perfect: will have sulked
Past conditional: would have sulked
© dictionarist.com