Αγγλικά → Ελληνικά - sufficient

προφορά
επίθ. επαρκής, αρκετός, ικανός

Αγγλικά → Αγγλικά - sufficient

προφορά
adj. enough, adequate

Αγγλικά → Γαλλικά - sufficient

προφορά
adj. assez, suffisant

Αγγλικά → Γερμανικά - sufficient

προφορά
adj. zureichend, genug

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sufficient

προφορά
n. cukup: jumlah cukup
a. cukup, mencukupi, sedang

Αγγλικά → Ιταλικά - sufficient

προφορά
agg. sufficiente, bastante; (ant) competente

Αγγλικά → Πολωνικά - sufficient

προφορά
a. dostateczny, wystarczalny, wystarczający

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sufficient

προφορά
adj. suficiente

Αγγλικά → Ρουμανικά - sufficient

προφορά
n. cantitate suficientă
a. ajunge: de ajuns, destul, îndestulător, suficient

Αγγλικά → Ρωσικά - sufficient

προφορά
прил. достаточный

Αγγλικά → Ισπανικά - sufficient

προφορά
adj. suficiente, bastante

Αγγλικά → Τουρκικά - sufficient

προφορά
i. yeterli kalite
s. yeterli, kâfi, yeter, nitelikli, elverişli

Αγγλικά → Ουκρανικά - sufficient

προφορά
n. достатній: достатня кількість
a. достатній, компетентний

Αγγλικά → Ολλανδικά - sufficient

προφορά
bn. voldoende, genoeg

Αγγλικά → Αραβικά - sufficient

προφορά
‏كاف، واف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sufficient

προφορά
(形) 充份的, 足够的

Αγγλικά → Κινεζικά - sufficient

προφορά
(形) 充份的, 足夠的

Αγγλικά → Χίντι - sufficient

προφορά
n. पर्याप्ति, पर्याप्त मात्रा
a. पर्याप्त, उचित, यथेष्ट, योग्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sufficient

προφορά
(形) 十分な

Αγγλικά → Κορεατικά - sufficient

προφορά
형. 충분한, 할 능력이 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - sufficient

προφορά
a. vừa đủ, sung túc, đầy đủ


dictionary extension
© dictionarist.com