Πορτογαλικά → Αγγλικά - sucesso

προφορά
(m) n. accomplishment, achievement; success, triumph; happening

Πορτογαλικά → Γαλλικά - sucesso

προφορά
1. (geral) succès (m)
2. (música) chanson à succès; tube {informal}
3. (desejo) bonne chance


dictionary extension
© dictionarist.com