Αγγλικά → Ελληνικά - succour

προφορά
επίθ. αρωγός
ουσ. αρωγή, περίθαλψη, βοήθεια
ρήμ. βοηθώ, έρχομαι, συντρέχω

Αγγλικά → Αγγλικά - succour

προφορά
n. aid, help, assistance
v. aid, help, assist

Αγγλικά → Γαλλικά - succour

προφορά
n. aide, assistance, secours
v. venir à l'aide de, secourir; assister; aider

Αγγλικά → Γερμανικά - succour

προφορά
n. Hilfe, Unterstützung, Beistand
v. helfen, beistehen, unterstützen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - succour

προφορά
n. bantuan, pertolongan dlm kesusahan
v. menolong, memberi pertolongan

Αγγλικά → Ιταλικά - succour

προφορά
s. soccorso, aiuto, assistenza
v. aiutare, soccorrere

Αγγλικά → Πολωνικά - succour

προφορά
n. wspomożenie, sukurs, odsiecz
v. wspomagać, podratować, wspierać, wspomóc, wesprzeć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - succour

προφορά
s. socorro, auxílio, ajuda
v. socorrer, auxiliar, ajudar

Αγγλικά → Ρουμανικά - succour

προφορά
n. ajutor, sprijin, înlesnire, întărituri
v. ajuta

Αγγλικά → Ρωσικά - succour

προφορά
с. помощь, выручка
г. приходить на помощь, помогать, поддерживать

Αγγλικά → Ισπανικά - succour

προφορά
s. socorro, auxilio
v. socorrer, auxiliar

Αγγλικά → Τουρκικά - succour

προφορά
f. yardıma koşmak, yardımına gelmek, yardıma gelmek, imdadına yetişmek
i. yardım, imdat, yardıma gelenler

Αγγλικά → Ουκρανικά - succour

προφορά
n. допомога, притулок, підкріплення
v. допомога: подавати допомогу, підкріплення: надіслати підкріплення

Αγγλικά → Ολλανδικά - succour

προφορά
zn. hulp, bijstand
ww. helpen, bijstaan

Αγγλικά → Αραβικά - succour

προφορά
‏نجدة، إسعاف، عون، مساعدة، غوث‏
‏أسعف، عين، خفف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - succour

προφορά
(名) 救援; 援助者

Αγγλικά → Κινεζικά - succour

προφορά
(名) 救援; 援助者

Αγγλικά → Χίντι - succour

προφορά
n. परेशानी में सहायता, आवश्यकता के समय दी हुई सहायता
v. बचाना, मदद दे देना, परेशानी में सहायता देना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - succour

προφορά
(動) 救助する, 助ける, 援護する
(名) 救助; 援軍

Αγγλικά → Κορεατικά - succour

προφορά
명. 구조, 구조자, 원조자
동. 원조하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - succour

προφορά
v. giúp đở


dictionary extension
© dictionarist.com