Αγγλικά → Ελληνικά - success

προφορά
ουσ. επιτυχία, σουξέ

Αγγλικά → Αγγλικά - success

προφορά
n. attainment of something desired or attempted, accomplishment; prosperity, fame; person or thing that is successful

Αγγλικά → Γαλλικά - success

προφορά
n. succès, réussite, gagnant

Αγγλικά → Γερμανικά - success

προφορά
n. Erfolg

Αγγλικά → Ινδονησιακά - success

προφορά
n. sukses, kesuksesan, keberhasilan, hasil baik

Αγγλικά → Ιταλικά - success

προφορά
s. successo, riuscita, affermazione; cosa ben riuscita

Αγγλικά → Πολωνικά - success

προφορά
n. powodzenie, szczęście, sukces, pomyślność, udanie się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - success

προφορά
s. sucesso; pessoa bem sucedida

Αγγλικά → Ρουμανικά - success

προφορά
n. succes, izbândă, reuşită, ispravă, noroc, victorie

Αγγλικά → Ρωσικά - success

προφορά
с. успех, удача, произведение, человек

Αγγλικά → Ισπανικά - success

προφορά
s. éxito, acierto, bonanza, logro, lucimiento, prosperidad, triunfo

Αγγλικά → Τουρκικά - success

προφορά
i. başarı, başarılı kimse, sonuç, sükse

Αγγλικά → Ουκρανικά - success

προφορά
n. успіх, процвітання, добробут, досягнення, талан, удача
v. добратися

Αγγλικά → Ολλανδικά - success

προφορά
zn. succes, het bereiken van een gewenst resultaat; iemand of iets die/dat succes heeft; roem

Αγγλικά → Αραβικά - success

προφορά
‏نجاح، عمل ناجح، توفيق، فوز، ظفر، ألقى نجاحا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - success

προφορά
(名) 成功; 胜利; 成就; 成功的事

Αγγλικά → Κινεζικά - success

προφορά
(名) 成功; 勝利; 成就; 成功的事

Αγγλικά → Χίντι - success

προφορά
n. सफलता, सिद्धि, विजय, सौभाग्य, संपत्ति, संपन्नता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - success

προφορά
(名) 成功; 合格; 成功者

Αγγλικά → Κορεατικά - success

προφορά
명. 성공, 바라던 것을 얻음; 번영, 명성; 성공한 사람 또는 사물

Αγγλικά → Βιετναμικά - success

προφορά
n. kết quả, sự thành công, sự thắng lợi


dictionary extension
© dictionarist.com