Αγγλικά → Ελληνικά - subtle

προφορά
επίθ. λεπτός, ευφυής, πανούργος

Αγγλικά → Αγγλικά - subtle

προφορά
adj. delicate; faint, elusive; implied; shrewd, astute; sly, cunning

Αγγλικά → Γαλλικά - subtle

προφορά
adj. délicat; subtil, fin, ténu; aigu, astucieux

Αγγλικά → Γερμανικά - subtle

προφορά
adj. fein, dünn, scharf

Αγγλικά → Ινδονησιακά - subtle

προφορά
a. halus, substil, kentara: hampir tdk kentara, licin, licik, tajam, cerdik, bijak

Αγγλικά → Ιταλικά - subtle

προφορά
agg. tenue, sottile, debole; impercettibile, inafferrabile; acuto, perspicace, penetrante; destro; astuto, scaltro, accorto, furbo

Αγγλικά → Πολωνικά - subtle

προφορά
a. subtelny, delikatny, misterny, wyrafinowany, lotny, koronkowy, drobiazgowy, dowcipny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - subtle

προφορά
adj. sutil, delicado

Αγγλικά → Ρουμανικά - subtle

προφορά
a. subtil, ascuţit, subţire, rafinat, insesizabil, îndemânatic, pătrunzător {fig.}, abil, şiret, dibaci, viclean

Αγγλικά → Ρωσικά - subtle

προφορά
прил. тонкий, нежный, острый, проницательный, трудноуловимый, неуловимый, едва различимый, искусный, утонченный, коварный, хитрый, вкрадчивый

Αγγλικά → Ισπανικά - subtle

προφορά
adj. sutil, alambicado, delicado, imponderable, refinado

Αγγλικά → Τουρκικά - subtle

προφορά
s. hoş, tatlı, ince, incelikli, çözümü zor, zeki, zekice, ustaca yapılmış

Αγγλικά → Ουκρανικά - subtle

προφορά
a. тонкий, гострий, витончений

Αγγλικά → Ολλανδικά - subtle

προφορά
bn. gevoelig, subtiel, scherpzinnig

Αγγλικά → Αραβικά - subtle

προφορά
‏متقن، رقيق، ماهر، حاذق، بارع، ماكر، حاد الذهن، بالغ الرقة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - subtle

προφορά
(形) 微妙的, 不可思议的, 难捉摸的; 微微的; 纤细的; 隐约的

Αγγλικά → Κινεζικά - subtle

προφορά
(形) 微妙的, 不可思議的, 難捉摸的; 微微的; 纖細的; 隱約的

Αγγλικά → Χίντι - subtle

προφορά
a. सूक्ष्म, पतला, जटिल, चालाक, बारीक, रहस्यपूर्ण, कुशाग्र-बुद्धि, सुंदर, कोमल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - subtle

προφορά
(形) かすかな; 何ともいえない; 鋭い; 巧みな

Αγγλικά → Κορεατικά - subtle

προφορά
형. 세밀한; 희미한, 미묘한; 교활한; 음흉한

Αγγλικά → Βιετναμικά - subtle

προφορά
a. thấm thía, ngạt ngào, để thoái thác, khôn khéo, xảo trá


dictionary extension
© dictionarist.com