Πορτογαλικά → Αγγλικά - substancial

προφορά
adj. substantial, meaty

Ισπανικά → Αγγλικά - substancial

προφορά
adj. substantial, having substance; firm, solid; real; wealthy, influential, important; considerable, sizeable, ample

Πορτογαλικά → Γαλλικά - substancial

προφορά
1. (diferença) considérable; appréciable; sensible; notable
2. (informação) essentiel; significatif
3. (quantidade) substantiel

Ισπανικά → Γαλλικά - substancial

προφορά
(muebles) solide; bien assis

Ισπανικά → Γερμανικά - substancial

προφορά
a. tiefschürfend


dictionary extension
© dictionarist.com