Αγγλικά → Ελληνικά - substance

προφορά
ουσ. πραγματικότητα, ουσία, υπόσταση, περιουσία, πραγματικότης, περιεχόμενο

Αγγλικά → Αγγλικά - substance

προφορά
n. material, matter; essence, meaning, content; reality; body, consistency; wealth
n. substance, material; matter, stuff

Αγγλικά → Γαλλικά - substance

προφορά
n. substance; fond; essentiel; matière

Αγγλικά → Γερμανικά - substance

προφορά
n. Substanz; Inhalt; Wesen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - substance

προφορά
n. zat, isi pokok, hakekat, bahan, kekerasan, kekukuhan, uang, harta, harta benda

Αγγλικά → Ιταλικά - substance

προφορά
s. sostanza, materia, materiale; essenza, succo; significato, senso, portata, valore; consistenza, solidità; sostanze, patrimonio, beni, averi

Αγγλικά → Πολωνικά - substance

προφορά
n. istota, antyseptyk, treść, sens, substancja, ciało {fiz.}, masa, materiał, budulec, solidność

Αγγλικά → Πορτογαλικά - substance

προφορά
s. substância; conteúdo; ser, entidade

Αγγλικά → Ρουμανικά - substance

προφορά
n. substanţă, materie, avere, conţinut, esenţă, fond, fiinţă, realitate

Αγγλικά → Ρωσικά - substance

προφορά
с. вещество, сущность, суть, содержание, субстанция, материя, твердость, плотность, густота, имущество, состояние

Αγγλικά → Ισπανικά - substance

προφορά
s. substancia, enjundia, esencia, materia, sustancia; sustanciación

Αγγλικά → Τουρκικά - substance

προφορά
i. madde, özlülük, cisim, öz, esas, içerik, ana fikir, asıl mesele, servet, zenginlik, sağlamlık, güçlülük

Αγγλικά → Ουκρανικά - substance

προφορά
n. речовина, суть, субстанція, зміст, надіб

Γαλλικά → Αγγλικά - substance

προφορά
(f) n. substance, material; matter, stuff

Αγγλικά → Ολλανδικά - substance

προφορά
zn. substantie; materiaal; inhoud; wezen, bestaan

Γαλλικά → Γερμανικά - substance

προφορά
n. substanz, stoff, inhalt: wesentlicher inhalt

Γαλλικά → Ιταλικά - substance

προφορά
1. (sens) tenore (m)
2. (matière) sostanza (f)
3. (objets) materia (f); sostanza (f) 4. (essentiel) essenza (f); sostanza (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - substance

προφορά
1. (sens) sentido (m); substância (f); teor (m)
2. (matière) substância (f)
3. (objets) material (m); substância (f) 4. (essentiel) essência (f); substância (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - substance

προφορά
n. вещество (f), сущность (f), субстанция (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - substance

προφορά
1. (sens) tenor (m)
2. (matière) substancia (f)
3. (objets) material (m); sustancia (f) 4. (essentiel) esencia (f); sustancia (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - substance

προφορά
[la] özdek, madde; varlık; öz

Γαλλικά → Ολλανδικά - substance

προφορά
1. (sens) teneur (m)
2. (matière) substantie (f); stof (m/f)
3. (objets) materiaal (n); substantie (f); stof (m/f) 4. (essentiel) essentie (f); substantie (f); hoofdzaak (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - substance

προφορά
‏خلاصة، فحوى، جوهر، مادة، ثروة، ممتلكات‏

Αγγλικά → Κινεζικά - substance

προφορά
(名) 物质, 主旨, 实质

Αγγλικά → Κινεζικά - substance

προφορά
(名) 物質, 主旨, 實質

Αγγλικά → Χίντι - substance

προφορά
n. पदार्थ, सार, सत्व, तत्त्व, अर्थ, भावाई, धन-संपत्ति

Αγγλικά → Ιαπωνικά - substance

προφορά
(名) 物質; 本質; 趣旨

Αγγλικά → Κορεατικά - substance

προφορά
명. 물질; 본질, 실체, 요지, 의미; 실질; 자산

Αγγλικά → Βιετναμικά - substance

προφορά
n. vật chất, đại ý, nội dung, tài sản, tính bền, thể chất


dictionary extension
© dictionarist.com