Ισπανικά → Αγγλικά - subsistencia

προφορά
n. keep, subsistence, something which supports or maintains life or existence

Ισπανικά → Γαλλικά - subsistencia

προφορά
(gente) subsistance (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - subsistencia

προφορά
n. fortbestand, weiterbestand, fortbestehen, unterhalt, lebensunterhalt, versorgung, auskommen

Ισπανικά → Ρωσικά - subsistencia

προφορά
n. существование

Ισπανικά → Κορεατικά - subsistencia

προφορά
n. 생활, 존재


dictionary extension
© dictionarist.com