Αγγλικά → Ελληνικά - subsistence

προφορά
ουσ. υπόσταση, συντήρηση, ύπαρξη

Αγγλικά → Αγγλικά - subsistence

προφορά
n. existence, being; something which supports or maintains life or existence, keep, livelihood; state of being real

Αγγλικά → Γαλλικά - subsistence

προφορά
n. existence , subsistance

Αγγλικά → Γερμανικά - subsistence

προφορά
n. Lebensunterhalt; Lebendsgrundlage; Unterhalt; Existenzminimum

Αγγλικά → Ινδονησιακά - subsistence

προφορά
n. penghidupan, nafkah penghidupan, nafkah hidup

Αγγλικά → Ιταλικά - subsistence

προφορά
s. mezzi di sussistenza; indennità di viaggio; esistenza, vita

Αγγλικά → Πολωνικά - subsistence

προφορά
n. istnienie, utrzymanie przy życiu, wyżywienie się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - subsistence

προφορά
s. subsistência; manutenção; víveres

Αγγλικά → Ρουμανικά - subsistence

προφορά
n. existenţă, subzistenţă, trai

Αγγλικά → Ρωσικά - subsistence

προφορά
с. существование, средства к существованию, пропитание

Αγγλικά → Ισπανικά - subsistence

προφορά
s. subsistencia, supervivencia

Αγγλικά → Τουρκικά - subsistence

προφορά
i. varlık, varoluş, yaşamını sürdürme, geçim, geçim parası, geçinip gidecek kadar gelir, nafaka, harcırah, askerlere verilen yiyecek ve kalacak yer

Αγγλικά → Ουκρανικά - subsistence

προφορά
n. існування, прожиток

Αγγλικά → Ολλανδικά - subsistence

προφορά
zn. bestaan; onderhoud, leeftocht

Αγγλικά → Αραβικά - subsistence

προφορά
‏وجود، بقاء، عيش، مؤن، ذخائر، قوام، قوت، مؤنة، إعاشة، مورد رزق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - subsistence

προφορά
(名) 生存, 活命; 存在, 内在性; 生计, 赖以活命的东西; 成立

Αγγλικά → Κινεζικά - subsistence

προφορά
(名) 生存, 活命; 存在, 內在性; 生計, 賴以活命的東西; 成立

Αγγλικά → Χίντι - subsistence

προφορά
n. वृत्ति, जीविका, जीवन उपाय, जीवन-यापन का साधन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - subsistence

προφορά
(名) 生存; 生計

Αγγλικά → Κορεατικά - subsistence

προφορά
명. 존재; 생활을 보조하거나 유지하는 것, 삶; 현실적임

Αγγλικά → Βιετναμικά - subsistence

προφορά
n. sự tồn tại, sự sanh sống


dictionary extension
© dictionarist.com