Αγγλικά → Ελληνικά - subordination

προφορά
(Lex). υπεξουσιότητα

Αγγλικά → Αγγλικά - subordination

προφορά
n. act of subordinating; state of being inferior to, state of being secondary in importance; subjugation, state of being under the authority of another
n. subordination, inferiority
n. subordination, state of being secondary in importance, state of being under the authority of another

Αγγλικά → Γαλλικά - subordination

προφορά
n. subordination, soumission; asservissement; infériorité

Αγγλικά → Γερμανικά - subordination

προφορά
n. Unterordnung; Minderigkeit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - subordination

προφορά
n. ketergantungan, dahaga, subordinasi

Αγγλικά → Ιταλικά - subordination

προφορά
s. subordinazione, dipendenza; sottomissione

Αγγλικά → Πολωνικά - subordination

προφορά
n. podporządkowanie, podległość, subordynacja

Αγγλικά → Πορτογαλικά - subordination

προφορά
s. subordinação; escravidão; sujeição

Αγγλικά → Ρουμανικά - subordination

προφορά
n. subordonare

Αγγλικά → Ρωσικά - subordination

προφορά
с. подчиненность, подчинение, субординация

Αγγλικά → Ισπανικά - subordination

προφορά
s. subordinación, supeditación

Αγγλικά → Τουρκικά - subordination

προφορά
i. bağlılık, itaat, ikinci derecede önemli olma

Αγγλικά → Ουκρανικά - subordination

προφορά
n. підпорядкованість, субординація, підкорення

Γαλλικά → Αγγλικά - subordination

προφορά
(f) n. subordination, state of being secondary in importance, state of being under the authority of another

Αγγλικά → Ολλανδικά - subordination

προφορά
zn. ondergeschiktheid

Γαλλικά → Γερμανικά - subordination

προφορά
n. bestechung, unterstellung

Γαλλικά → Ρωσικά - subordination

προφορά
n. подчинение (f), субординация (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - subordination

προφορά
[la] aşama sırası, hiyerarşi; bağımlılık

Γερμανικά → Ισπανικά - subordination

προφορά
n. subordinación (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - subordination

προφορά
i. bağımlanma (f)

Αγγλικά → Αραβικά - subordination

προφορά
‏مرتبة دنيا، إغراء لإداء شهادة كاذبة، تبعية، المرؤوسية، الثانوية، التابعية، خضوع، طاعة، إمتثال‏

Αγγλικά → Κινεζικά - subordination

προφορά
(名) 次级地位; 附属; 次级; 主从关系

Αγγλικά → Κινεζικά - subordination

προφορά
(名) 次級地位; 附屬; 次級; 主從關係

Αγγλικά → Χίντι - subordination

προφορά
n. मातहती, अधीनता, अधीनीकरण, परतंत्रता, परवशता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - subordination

προφορά
(名) 下位に置くこと; 従属; 従属関係

Αγγλικά → Κορεατικά - subordination

προφορά
명. 하위에 두기; 하위에 있는 상태, 부차적인 상태; 종속된 상태

Αγγλικά → Βιετναμικά - subordination

προφορά
n. phần phụ thuộc, sự phụ thuộc, mệnh đề phụ


dictionary extension
© dictionarist.com