Αγγλικά → Ελληνικά - sturdy

προφορά
επίθ. ισχυρός, ρωμαλέος, σθεναρός, στερεός

Αγγλικά → Αγγλικά - sturdy

προφορά
n. gid, disease of sheep and cattle caused by the presence of tapeworm larvae in the brain
adj. strong; solid and substantial; robust, hardy; firm, resolute

Αγγλικά → Γαλλικά - sturdy

προφορά
n. maladie des chèvres
adj. robuste, vigoureux, énergique

Αγγλικά → Γερμανικά - sturdy

προφορά
n. Lämmerkrankheit
adj. derb, kräftig, stark; stämmig; stramm; handfest

Αγγλικά → Ινδονησιακά - sturdy

προφορά
n. tegap: orang tegap, kekar: orang kekar
a. tegap, begap, kekar, jagur, kuat, kukuh, kejat

Αγγλικά → Ιταλικά - sturdy

προφορά
s. (Veter) capostorno, capogatto
agg. robusto, forte, vigoroso, gagliardo; solido, resistente; (fig) saldo, fermo, risoluto

Αγγλικά → Πολωνικά - sturdy

προφορά
a. silny, krzepki, rozrosły, zamaszysty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - sturdy

προφορά
s. enfermidade em carneiros
adj. vigoroso, robusto

Αγγλικά → Ρουμανικά - sturdy

προφορά
a. robust, trupeş, zdravăn, voinic, tare, ţeapăn, ferm, hotărât

Αγγλικά → Ρωσικά - sturdy

προφορά
прил. сильный, крепкий, здоровый, двужильный, стойкий, твердый, отважный

Αγγλικά → Ισπανικά - sturdy

προφορά
s. Enfermedad de ovejas
adj. robusto, atlético, fornido, macizo, recio; resuelto, decidido

Αγγλικά → Τουρκικά - sturdy

προφορά
s. güçlü, sağlam, dayanıklı, yapılı, gürbüz, azimli, sebatlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - sturdy

προφορά
n. міцний: міцна людина, вертячка
a. міцний, стійкий, коренастий, могучий

Αγγλικά → Ολλανδικά - sturdy

προφορά
zn. Schapenziekte
bn. sterk, stevig (gebouwd); vastberaden, resoluut

Αγγλικά → Αραβικά - sturdy

προφορά
‏الجد داء يصيب الخراف، دوار‏
‏قوي، متين، ثابت، فاعل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - sturdy

προφορά
(名) 家畜晕倒病
(形) 强健的, 毫不含糊的, 坚定的

Αγγλικά → Κινεζικά - sturdy

προφορά
(名) 家畜暈倒病
(形) 強健的, 毫不含糊的, 堅定的

Αγγλικά → Χίντι - sturdy

προφορά
a. प्रबल, पुष्ट, दृढ़, अंगवाला, दबंग, तगड़ा, मज़बूत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - sturdy

προφορά
(形) たくましい; 頑強な, 頑丈な; 強い; 丈夫な; 健全な
(名) 旋回病

Αγγλικά → Κορεατικά - sturdy

προφορά
형. 강한; 견고한; 튼튼한; 확고한

Αγγλικά → Βιετναμικά - sturdy

προφορά
n. bị bịnh đau óc, chứng bịnh đau óc của trừu
a. mạnh mẽ, mãnh liệt


dictionary extension
© dictionarist.com