Αγγλικά → Ελληνικά - strut

προφορά
ουσ. αλαζονικό, βάδισμα, στύλος, υποστήριγμα
ρήμ. περπαταώ καμαρωτά, στηρίζω, βαδίζω επιδεικτικώς, σοβαρεύομαι, κορδώνομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - strut

προφορά
n. pompous walk or step, swagger; wooden or metal brace
v. walk in a pompous manner, swagger, walk proudly

Αγγλικά → Γαλλικά - strut

προφορά
n. étai, support
v. se pavaner

Αγγλικά → Γερμανικά - strut

προφορά
n. Stelzgang; Strebe
v. verstreben; stolzieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - strut

προφορά
n. jalannya sombong, jalannya angkuh, topang, topangan
v. mengigal, berjalan dgn sikap sombong, berjalan dgn angkuhnya, menopang

Αγγλικά → Ιταλικά - strut

προφορά
s. incedere impettito
v. avanzare impettito, incedere con sussiego

Αγγλικά → Πολωνικά - strut

προφορά
n. zastrzał, podpórka, rozpora, rozpórka
v. kroczyć dumnie, pysznić się, puszyć się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - strut

προφορά
s. estaca, suporte; pavonada
v. pavonear-se, empertigar-se

Αγγλικά → Ρουμανικά - strut

προφορά
n. mers ţanţoş, umblet ţanţoş, bară {tehn.}, stâlp {tehn.}, flaminaj {tehn.}
v. merge ţanţoş, sprijini, propti

Αγγλικά → Ρωσικά - strut

προφορά
с. важная или неестественная походка, гордая поступь, распорка, стойка, подкос, подпора, сжатый элемент
г. ходить с важным видом, подпирать

Αγγλικά → Ισπανικά - strut

προφορά
s. puntal, arriostre; pavoneo, pavonada
v. pavonearse, garbear, apuntalar

Αγγλικά → Τουρκικά - strut

προφορά
f. kurumla yürümek, çalımla yürümek, payanda ile desteklemek
i. kurumla yürüme, çalım, destek, payanda

Αγγλικά → Ουκρανικά - strut

προφορά
n. бундючний: бундючна хода, стояк
v. бундючний: ходити з бундючним виглядом, підпирати, красуватися

Ρουμανικά → Αγγλικά - strut

n. ostrich

Αγγλικά → Ολλανδικά - strut

προφορά
zn. stut
ww. deftig, trots stappen

Αγγλικά → Αραβικά - strut

προφορά
‏تبختر، إختيال، غطرسة، سناد، داعم، ركيزة، دعامة‏
‏تغطرس، تعجرف، تبختر، إختال، إنتفخ، عرض ملابسه بإختيال‏

Αγγλικά → Κινεζικά - strut

προφορά
(名) 高视阔步, 抗压杆, 支柱
(动) 高视阔步; 趾高气扬地走; 大摇大摆地走, 肿胀; 用支柱支撑, 炫耀

Αγγλικά → Κινεζικά - strut

προφορά
(名) 高視闊步, 抗壓杆, 支柱
(動) 高視闊步; 趾高氣揚地走; 大搖大擺地走, 腫脹; 用支柱支撐, 炫耀

Αγγλικά → Χίντι - strut

προφορά
n. अकड़ की चाल, अकड़, मटकना, गर्वीली चाल, टेक, खंभा
v. इठलाना, अकड़कर चलना, गर्व से चलना, संभालना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - strut

προφορά
(動) 威張って歩く
(名) 威張った歩き方; 支柱

Αγγλικά → Κορεατικά - strut

προφορά
명. 뽐내는 걸음걸이, 거만한 걸음걸이; 나무 또는 금속 받침목
동. 점잔빼며 걷다, 뒤를 젖히고 걷다, 거만하게 걷다

Αγγλικά → Βιετναμικά - strut

προφορά
n. thanh gổ dọc nối hai thanh ngang, dáng đi vênh vang
v. đóng thanh gổ dọc nối hai thanh ngang, đi ưởn ngực ra có vẻ tự phụ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: strutting
Present: strut (3.person: struts)
Past: strutted
Future: will strut
Present conditional: would strut
Present Perfect: have strutted (3.person: has strutted)
Past Perfect: had strutted
Future Perfect: will have strutted
Past conditional: would have strutted
© dictionarist.com