Αγγλικά → Ελληνικά - stroll

προφορά
ουσ. βόλτα, τσάρκα, περίπατος
ρήμ. περιπατώ

Αγγλικά → Αγγλικά - stroll

προφορά
n. ramble, slow leisurely walk
v. walk along at a leisurely pace; wander, meander

Αγγλικά → Γαλλικά - stroll

προφορά
n. marche placide, promenade tranquille
v. flâner, déambuler

Αγγλικά → Γερμανικά - stroll

προφορά
n. Bummel; Spaziergang
v. schlendern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - stroll

προφορά
n. jalan-jalan
v. berjalan-jalan, pergi makan angin

Αγγλικά → Ιταλικά - stroll

προφορά
s. passeggiatina, giro, giretto
v. andare a zonzo, passeggiare senza meta, girellare, gironzolare, bighellonare

Αγγλικά → Πολωνικά - stroll

προφορά
n. przechadzka, spacer, przechadzanie się
v. spacerować, wędrować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - stroll

προφορά
s. volta, giro, passeio
v. passear

Αγγλικά → Ρουμανικά - stroll

προφορά
n. plimbare scurtă, tur, umblet
v. plimba: se plimba, colinda, rătăci, hoinări

Αγγλικά → Ρωσικά - stroll

προφορά
с. прогулка
г. гулять, погулять, прогуливаться, бродить, странствовать, давать представления

Αγγλικά → Ισπανικά - stroll

προφορά
s. paseo, caminata, garbeo, vuelta
v. caminar sin rumbo, pasear, pasearse, vagar

Αγγλικά → Τουρκικά - stroll

προφορά
f. gezinmek, dolaşmak, ağır ağır gezinmek
i. gezinti

Αγγλικά → Ουκρανικά - stroll

προφορά
n. прогулянка
v. прогулюватися, вистава: мандрувати з виставами, валасатися, гуляти

Αγγλικά → Ολλανδικά - stroll

προφορά
zn. wandelen, kuieren, slenteren
ww. kuierend wandelen

Αγγλικά → Αραβικά - stroll

προφορά
‏تمش، تجول‏
‏تنزه، جاب متمهلا، تجول، تمشى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - stroll

προφορά
(名) 漫步, 四处流浪, 闲逛
(动) 散步, 溜达; 流浪, 辗转各地; 缓步走; 巡回演出; 在...散步

Αγγλικά → Κινεζικά - stroll

προφορά
(名) 漫步, 四處流浪, 閒逛
(動) 散步, 溜達; 流浪, 輾轉各地; 緩步走; 巡迴演出; 在...散步

Αγγλικά → Χίντι - stroll

προφορά
n. चहलक़दमी, परिभ्रमण, घूमना, टहलान, मटरगश्ती
v. टहलना, चहलक़दमी करना, विचरना, पैदल घूमना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - stroll

προφορά
(動) ぶらつく, 散歩する; 放浪する; 巡業する
(名) 散歩

Αγγλικά → Κορεατικά - stroll

προφορά
명. 어슬렁어슬렁 걷기
동. 한가롭게 이리저리 거닐다, 한가롭게 거닐다; 유랑하다, 떠돌아 다니다

Αγγλικά → Βιετναμικά - stroll

προφορά
n. sự đi dạo
v. đi dạo


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: strolling
Present: stroll (3.person: strolls)
Past: strolled
Future: will stroll
Present conditional: would stroll
Present Perfect: have strolled (3.person: has strolled)
Past Perfect: had strolled
Future Perfect: will have strolled
Past conditional: would have strolled
© dictionarist.com