Αγγλικά → Ελληνικά - striking

προφορά
επίθ. κτυπητός, καταπληκτικός, εκπληκτικός
ουσ. χτυπητήρι, απεργία

Αγγλικά → Αγγλικά - striking

προφορά
adj. arresting, noticeable, tending to draw attention
n. act of hitting; refusal to work as a form of protest

Αγγλικά → Γαλλικά - striking

προφορά
adj. frappant, saisissant, remarquable
n. action de battre, action de frapper; aboutissement; grève; allumage, mise à feu

Αγγλικά → Γερμανικά - striking

προφορά
[strike] v. schlagen; verletzen; beeindrucken; entdecken
adj. herausragend, beeindruckend
n. Ausstand; Streik; Treffer; (Luft) Angriff; Schlag

Αγγλικά → Ινδονησιακά - striking

προφορά
a. menyolok, menyolok mata, menarik: yg menarik perhatian, istimewa, luar biasa, berandang, menyerang: yg menyerang, mogok: yg sedang mogok

Αγγλικά → Ιταλικά - striking

προφορά
agg. evidente, manifesto, lampante
s. sciopero; attacco; scoperta

Αγγλικά → Πολωνικά - striking

προφορά
n. bicie zegara
a. uderzający, uderzeniowy, frapujący, efektowny, zastanawiający

Αγγλικά → Πορτογαλικά - striking

προφορά
adj. impressionante, que se destaca, evidente
s. golpe; chegada para-; greve; ato de incendiar

Αγγλικά → Ρουμανικά - striking

προφορά
n. lovire
a. grevist, bătător, frapant, izbitor, extraordinar, uimitor

Αγγλικά → Ρωσικά - striking

προφορά
прил. поразительный, замечательный, ударный, разительный
с. нанесение удара [авиа]; распалубка; зажигание [эл.]

Αγγλικά → Ισπανικά - striking

προφορά
adj. notable, espectacular, llamativo, sobresaliente; impactante, contundente, dramático, estremecedor, impresionante
s. golpeteo; acuñación; campanada

Αγγλικά → Τουρκικά - striking

προφορά
s. çarpıcı, dikkat çekici, şaşırtıcı, göz alıcı, vuran, çarpan, grevdeki, grev yapan

Αγγλικά → Ουκρανικά - striking

προφορά
a. дивовижний, ударний, разючий, яскравий

Αγγλικά → Ολλανδικά - striking

προφορά
bn. opvallend; indrukwekkend
zn. (lucht)aanval; staking

Αγγλικά → Αραβικά - striking

προφορά
‏قرع، مضرب، قذف، الضارب‏
‏بارز، مدهش، لافت للنظر، ضارب، أخاذ للنظر، مضرب عن العمل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - striking

προφορά
(形) 醒目的, 打击的, 惊人的

Αγγλικά → Κινεζικά - striking

προφορά
(形) 醒目的, 打擊的, 驚人的

Αγγλικά → Χίντι - striking

προφορά
a. विचित्र, आश्चर्यजनक, अद्‌भुत, चित्त को आकषिर्त करनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - striking

προφορά
(形) 目立つ; 印象的な; 打つ; 時報を打つ
(名) 叩くこと; 労働を拒むこと
(動) 打つ; 加える; 打撃を加える; 打ち込む; ぶつける; 不意に襲う; ぶつかる; 射る

Αγγλικά → Κορεατικά - striking

προφορά
형. 눈에 띄는, 눈을 끄는, 관심을 끄는
명. 치기; 파업

Αγγλικά → Βιετναμικά - striking

προφορά
n. sự bải công, sự đánh người, sự chiếu qua


dictionary extension
© dictionarist.com