Αγγλικά → Ελληνικά - strategy

προφορά
ουσ. στρατηγική, στρατηγεία

Αγγλικά → Αγγλικά - strategy

προφορά
n. plans or methods created for the purpose of achieving a goal; science of preparing long-term battle plans (Military)

Αγγλικά → Γαλλικά - strategy

προφορά
n. stratégie, plan ou méthode adopté pour atteindre son but: élaboration de plans militaires dans un combat, tactique, plan; management

Αγγλικά → Γερμανικά - strategy

προφορά
n. Strategie (Gesamtplanung eines Krieges unter Berücksichtigung aller Komponenten)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - strategy

προφορά
n. strategi, siasat: ilmu siasat, siasat, akal, muslihat

Αγγλικά → Ιταλικά - strategy

προφορά
s. (Mil) strategia

Αγγλικά → Πολωνικά - strategy

προφορά
n. strategia

Αγγλικά → Πορτογαλικά - strategy

προφορά
s. estratégia, planejamento militar de executar movimentos e operações de tropas para futuras ações táticas; planejamento de ações para conseguir o objetivo (Militar)

Αγγλικά → Ρουμανικά - strategy

προφορά
n. strategie, şiretlic: şiretlicuri, vicleşug: vicleşuguri

Αγγλικά → Ρωσικά - strategy

προφορά
с. стратегия, оперативное искусство

Αγγλικά → Ισπανικά - strategy

προφορά
s. estrategia, método, procedimiento, táctica, técnica, trama

Αγγλικά → Τουρκικά - strategy

προφορά
i. strateji, taktik, savaş bilimi, kurnazlık

Αγγλικά → Ουκρανικά - strategy

προφορά
n. стратегія

Αγγλικά → Ολλανδικά - strategy

προφορά
zn. strategie, plan, beleid

Αγγλικά → Αραβικά - strategy

προφορά
‏إستراتيجية، براعة فن التخطيط، علم فن الحرب، التخطيط، التدبير، التنظيم، خطة إستيراتيجية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - strategy

προφορά
(名) 策略, 军略

Αγγλικά → Κινεζικά - strategy

προφορά
(名) 策略, 軍略

Αγγλικά → Χίντι - strategy

προφορά
n. कपट-विद्या, रणनीति, युद्ध-कला, युद्ध-कौशल, समूची योजना, तरीक़ा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - strategy

προφορά
(名) 戦略; 作戦

Αγγλικά → Κορεατικά - strategy

προφορά
명. 병법, 계략; 전술, 전략(군대)

Αγγλικά → Βιετναμικά - strategy

προφορά
n. chiến lược


dictionary extension
© dictionarist.com