Αγγλικά → Ελληνικά - strapping

προφορά
επίθ. γεροδεμένος
ουσ. μαστίγωμα, υψηλός και ρωμαλέος

Αγγλικά → Αγγλικά - strapping

προφορά
adj. robust and large (especially of a youth)

Αγγλικά → Γαλλικά - strapping

προφορά
adj. costaud, robuste
n. costaud; gaillard

Αγγλικά → Γερμανικά - strapping

προφορά
[strap] v. festbinden; mit Riemen züchtigen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - strapping

προφορά
a. kuat, tegap, kekar

Αγγλικά → Ιταλικά - strapping

προφορά
agg. grande e grosso, robusto, ben piantato
s. imbracatura, chiusura con cinghie; colpo di cinghia; bretelle, spalline; cerotto; (mecc.) moietta, reggetta

Αγγλικά → Πολωνικά - strapping

προφορά
a. wysoki, słuszny, zbudowany: mocno zbudowany, cholerny {sl.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - strapping

προφορά
adj. forte, robusto

Αγγλικά → Ρουμανικά - strapping

προφορά
a. voinic, viguros, robust, puternic, solid, colosal, monstruos, uriaş

Αγγλικά → Ρωσικά - strapping

προφορά
прил. рослый, сильный, здоровый
с. стягивание ремнями, прикрепление ремнями, порка ремнем, ремни, наложение повязки из липкого пластыря, липкий пластырь, липкий пластырь в виде ленты

Αγγλικά → Ισπανικά - strapping

προφορά
[strap] v. atar con correa, atar con una correa, poner una cincha sobre; azotar, zurrar

Αγγλικά → Τουρκικά - strapping

προφορά
s. iri yarı ve dinç, dalyan gibi, taş gibi, etine dolgun
i. kayışlar, kayış koşumu, kayışla dayak, bant, yara bandı

Αγγλικά → Ουκρανικά - strapping

προφορά
a. дужий

Αγγλικά → Ολλανδικά - strapping

προφορά
[strap] ww. vastmaken; slaan

Αγγλικά → Αραβικά - strapping

προφορά
‏نقل على نقالة يدوية‏
‏طويل وضخم، ضخم، عملاق، متناسق الجسم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - strapping

προφορά
[strap] (动) 用皮带捆扎

Αγγλικά → Κινεζικά - strapping

προφορά
[strap] (動) 用皮帶捆紮

Αγγλικά → Χίντι - strapping

προφορά
n. चिपकनेवाली पट्टी, तस्मे की मार, चाबुक की मार
a. ऊंचा क़द का, लंबा, दीर्घकाय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - strapping

προφορά
[strap] (動) ひもで縛る; 革ひもで打つ; 包帯する

Αγγλικά → Κορεατικά - strapping

προφορά
형. 키크고 튼튼한
명. 가죽끈 재료, 반창고

Αγγλικά → Βιετναμικά - strapping

προφορά
n. liếc dao cạo bằng miếng da, sự buộc bằng đai da, sự buộc vết thương bằng thuốc dán


dictionary extension
© dictionarist.com