Αγγλικά → Ελληνικά - strange

προφορά
επίθ. παράξενος, μυστήριος, ξένος

Αγγλικά → Αγγλικά - strange

προφορά
adj. odd, unusual, peculiar; foreign, unfamiliar, unknown
n. cord, rope, hank, halter, rope with a noose for hanging criminals, skein, trace

Αγγλικά → Γαλλικά - strange

προφορά
adj. étrange, bizarre

Αγγλικά → Γερμανικά - strange

προφορά
adj. fremd; seltsam; fremd, unbekannt, ungewohnt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - strange

προφορά
a. dikenal: yg tak dikenal, aneh, ganjil, garib, rempang, asing, canggung

Αγγλικά → Ιταλικά - strange

προφορά
agg. strano, insolito, inconsueto; sconosciuto, estraneo; non pratico, nuovo; inspiegabile, inesplicabile; (rar) straniero, forestiero

Αγγλικά → Πολωνικά - strange

προφορά
a. obcy, nieznany, nieznajomy, nieswojski, daleki {przen.}, osobliwy, dziwny, dziwaczny, niesamowity, dziki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - strange

προφορά
adj. estranho; esquésito, esquisito

Αγγλικά → Ρουμανικά - strange

προφορά
a. străin, necunoscut, neştiut, neobişnuit, venetic, ţară: din altă ţară, ciudat, surprinzător, straniu, curios, deosebit, bizar, caraghios, interesant, minunat, fantezist, jenat, nedeprins, nefamiliarizat

Αγγλικά → Ρωσικά - strange

προφορά
прил. незнакомый, неизвестный, странный; необыкновенный, чудной, удивительный; непривычный, чужой, чуждый; сдержанный, холодный

Αγγλικά → Ισπανικά - strange

προφορά
adj. extraño, desconocido, insólito, raro; forastero, afuereño, afuerino, ajeno, foráneo, peregrino

Αγγλικά → Τουρκικά - strange

προφορά
s. acayip, garip, tuhaf, yabancı, bilinmeyen, acemi, işe yabancı

Αγγλικά → Ουκρανικά - strange

προφορά
a. незнайомий, дивний, чудний, незвичний, ненаський, неслиханий, нечуваний, чудакуватий, чужий

Αγγλικά → Ολλανδικά - strange

προφορά
bn. vreemde; raar

Αγγλικά → Αραβικά - strange

προφορά
‏غريب، أجنبي، غير معروف، غير مطلع على‏

Αγγλικά → Κινεζικά - strange

προφορά
(形) 奇怪的, 不可思议的, 奇妙的; 生疏的, 不熟悉的; 陌生的; 生手的, 外行的

Αγγλικά → Κινεζικά - strange

προφορά
(形) 奇怪的, 不可思議的, 奇妙的; 生疏的, 不熟悉的; 陌生的; 生手的, 外行的

Αγγλικά → Χίντι - strange

προφορά
a. अनोखा, असामान्य, अद्‌भुत, आश्चर्यजनक, निराला, अद्वितीय, अटपटा, विदेशी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - strange

προφορά
(形) 見知らぬ; 奇妙な; 慣れない

Αγγλικά → Κορεατικά - strange

προφορά
형. 묘한, 이상한; 외국의, 낯선

Αγγλικά → Βιετναμικά - strange

προφορά
a. lạ, xa lạ, không quen


dictionary extension
© dictionarist.com