Αγγλικά → Γαλλικά - stored

προφορά
entreposé, entreposée, entreposâmes, entreposées, entreposés, entreposa, entreposai, entreposèrent, arrimé, stocké

Αγγλικά → Γερμανικά - stored

προφορά
adj. gelagert, konserviert

Αγγλικά → Ινδονησιακά - stored

προφορά
a. tersimpan

Αγγλικά → Πολωνικά - stored

προφορά
v. przechować, zaopatrywać, składować, magazynować, zmagazynować, gromadzić, składać, mieścić

Αγγλικά → Ρουμανικά - stored

προφορά
v. stoca, păstra, depozita, aproviziona, acumula, strânge, umple, adăposti, face provizii de, întreţine, deservi

Αγγλικά → Ρωσικά - stored

προφορά
прил. запасенный

Αγγλικά → Ισπανικά - stored

προφορά
almacenado, memorizado, acumulado, registrado, almacenaje, conservado

Αγγλικά → Τουρκικά - stored

προφορά
saklanmış, bellenmiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - stored

προφορά
a. забезпечений, накопичений

Αγγλικά → Ολλανδικά - stored

προφορά
bn. voorzien

Αγγλικά → Αραβικά - stored

προφορά
‏المخزون، مخزون‏

Αγγλικά → Χίντι - stored

προφορά
a. इकट्‌ठा किया हुआ, संचय किया हुआ, मुहैया किया हुआ, सप्लाई किया हुआ

Αγγλικά → Βιετναμικά - stored

προφορά
a. có thể chứa


© dictionarist.com