Αγγλικά → Ελληνικά - stinging

προφορά
επίθ. δηκτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - stinging

προφορά
adj. producing or causing a sting; able to cause a sting; hurtful, cutting, biting

Αγγλικά → Γαλλικά - stinging

προφορά
adj. cuisant; cinglant; blessant, offfensant

Αγγλικά → Γερμανικά - stinging

προφορά
[sting] v. stechen; wehtun; quälen; betrügen
adj. einen Stich verursachend; föhig einen Stich zu verursachen; stechend, schmerzend, schneidend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - stinging

προφορά
a. pedas

Αγγλικά → Ιταλικά - stinging

προφορά
agg. pungente, sferzante

Αγγλικά → Πολωνικά - stinging

προφορά
a. kłujący, tnący, uszczypliwy, piekący, zjadliwy, ostry

Αγγλικά → Πορτογαλικά - stinging

προφορά
adj. picante, capaz de picar ou ferroar; doloroso, cortante

Αγγλικά → Ρουμανικά - stinging

προφορά
a. înţepător, usturător, jignitor, ascuţit, ţepos

Αγγλικά → Ρωσικά - stinging

προφορά
прил. жалящий, жгучий, имеющий жало

Αγγλικά → Ισπανικά - stinging

προφορά
adj. producido o causado por una picadura; capaz de causar picazón; perjudicial, dañino, filoso, hiriente

Αγγλικά → Τουρκικά - stinging

προφορά
s. sokan, ısıran, kaşındıran, kaşındırıcı, acıtan, iğneleyici, sızlatan, kırıcı, incitici, şiddetli, keskin
i. sokma

Αγγλικά → Ουκρανικά - stinging

προφορά
a. пекучий, ущипливий, кусливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - stinging

προφορά
[sting] ww. steken; zeer doen; lijden; opwekken; oplichten

Αγγλικά → Αραβικά - stinging

προφορά
‏لدغ، لسع‏
‏لاذع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - stinging

προφορά
[sting] (动) 刺, 刺激, 刺痛; 刺, 叮; 被刺痛, 感到灼痛

Αγγλικά → Κινεζικά - stinging

προφορά
[sting] (動) 刺, 刺激, 刺痛; 刺, 叮; 被刺痛, 感到灼痛

Αγγλικά → Χίντι - stinging

προφορά
a. डंसनेवाला, मर्मभेदी, चुभता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - stinging

προφορά
(形) 刺々しい, 痛烈な
(動) 刺す; 刺すように痛む; ひりひりさせる

Αγγλικά → Κορεατικά - stinging

προφορά
형. 침을 가진, 가시를 가진, 찌르는 듯한 고통을 주는, 고민을 주는

Αγγλικά → Βιετναμικά - stinging

προφορά
a. sâu sắc, chua cay


dictionary extension
© dictionarist.com