Αγγλικά → Ελληνικά - stimulation

προφορά
ουσ. διέγερση

Αγγλικά → Αγγλικά - stimulation

προφορά
n. arousal, invigorating; motivation
n. stimulation, arousal, excitation
n. stimulation, stimulus

Αγγλικά → Γαλλικά - stimulation

προφορά
n. stimulation; motivation

Αγγλικά → Γερμανικά - stimulation

προφορά
n. Antreibung, Stimulierung, Anregung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - stimulation

προφορά
n. perangsangan, pendorongan, stimulasi, perangsang

Αγγλικά → Ιταλικά - stimulation

προφορά
s. stimolazione, incitamento; eccitazione

Αγγλικά → Πολωνικά - stimulation

προφορά
n. pobudzenie, podnieta, stymulacja, drażnienie, propaganda

Αγγλικά → Πορτογαλικά - stimulation

προφορά
s. estímulo, excitação

Αγγλικά → Ρουμανικά - stimulation

προφορά
n. stimulare

Αγγλικά → Ρωσικά - stimulation

προφορά
с. возбуждение, стимуляция, поощрение

Αγγλικά → Ισπανικά - stimulation

προφορά
s. estimulación, acuciamiento, estímulo, excitación

Αγγλικά → Τουρκικά - stimulation

προφορά
i. dürtü, uyarım, tahrik, teşvik, uyarma

Αγγλικά → Ουκρανικά - stimulation

προφορά
n. збудження, стимуляція, заохочування, побудливість, стимулювання

Γαλλικά → Αγγλικά - stimulation

προφορά
(f) n. stimulation, stimulus

Γερμανικά → Αγγλικά - stimulation

προφορά
n. stimulation

Αγγλικά → Ολλανδικά - stimulation

προφορά
zn. stimulatie; aanmoediging; prikkeling

Γαλλικά → Γερμανικά - stimulation

προφορά
n. anregung, stimulation, belebung, aktivierung, förderung

Γαλλικά → Ιταλικά - stimulation

προφορά
1. (général) stimolazione (f)
2. (production) spinta (f)
3. (médecine) stimolazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - stimulation

προφορά
1. (général) estímulo (m)
2. (production) estímulo (m); impulso (m); incentivo (m)
3. (médecine) estimulação (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - stimulation

προφορά
n. стимуляция (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - stimulation

προφορά
1. (général) estímulo (m)
2. (production) incentivo (m)
3. (médecine) estímulo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - stimulation

προφορά
[la] dürtme; uyarma

Γερμανικά → Γαλλικά - stimulation

προφορά
n. stimulation (f), excitation (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - stimulation

προφορά
n. стимулирование (f), побуждение (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - stimulation

προφορά
i. uyarma (f)

Γαλλικά → Ολλανδικά - stimulation

προφορά
1. (général) stimulering (f); stimulatie (f)
2. (production) opdrijving (f)
3. (médecine) stimulatie (f)

Αγγλικά → Αραβικά - stimulation

προφορά
‏تنشيط، تنبيه، حث، تحفز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - stimulation

προφορά
(名) 激励; 刺激; 鼓舞

Αγγλικά → Κινεζικά - stimulation

προφορά
(名) 激勵; 刺激; 鼓舞

Αγγλικά → Χίντι - stimulation

προφορά
n. प्रोत्साहन, उत्तेजना, उत्तेजन, प्रेरणा, उसकाव

Αγγλικά → Ιαπωνικά - stimulation

προφορά
(名) 刺激; 激励

Αγγλικά → Κορεατικά - stimulation

προφορά
명. 자극; 격려

Αγγλικά → Βιετναμικά - stimulation

προφορά
n. sự khuyến khích, sự khích thíck, sự quyến rũ

Γερμανικά → Κινεζικά - stimulation

προφορά
die -en 刺激,兴奋


dictionary extension
© dictionarist.com