Αγγλικά → Ελληνικά - steadfast

προφορά
επίθ. σταθερός, στερεός

Αγγλικά → Αγγλικά - steadfast

προφορά
adj. loyal, faithful; unchanging, steady

Αγγλικά → Γαλλικά - steadfast

προφορά
adj. ferme, immuable; fidèle, digne de foi

Αγγλικά → Γερμανικά - steadfast

προφορά
adj. fest, unerschütterlich; standhaft; unverwandt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - steadfast

προφορά
a. kukuh, mantap, tabah, tegar

Αγγλικά → Ιταλικά - steadfast

προφορά
agg. fermo, saldo, risoluto; fisso; ben saldo; invariabile, immutabile

Αγγλικά → Πολωνικά - steadfast

προφορά
a. mocny, pewny, solidny, wierny, niezawodny, niezłomny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - steadfast

προφορά
adj. leal; constante; decidido

Αγγλικά → Ρουμανικά - steadfast

προφορά
a. stabil, ferm, constant, imobil, dârz, neabătut, durabil, stăruitor {fig.}, statornic, hotărât

Αγγλικά → Ρωσικά - steadfast

προφορά
прил. прочный, устойчивый, непоколебимый, стойкий, твердый, твердокаменный

Αγγλικά → Ισπανικά - steadfast

προφορά
adj. fijo, estable, firme, inalterable, inconmovible, inmutable, invariable, sujeto

Αγγλικά → Τουρκικά - steadfast

προφορά
s. sabit, kararlı, ısrarlı, değişmez, sarsılmaz, sebatlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - steadfast

προφορά
a. твердий, сталий, непохитний, нехибкий

Αγγλικά → Ολλανδικά - steadfast

προφορά
bn. vast, standvastig

Αγγλικά → Αραβικά - steadfast

προφορά
‏حازم، ثابت، عازم، راسخ، مخلص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - steadfast

προφορά
(形) 坚定的, 固定的, 踏实的

Αγγλικά → Κινεζικά - steadfast

προφορά
(形) 堅定的, 固定的, 踏實的

Αγγλικά → Χίντι - steadfast

προφορά
a. निरंतर, स्थिर, अचल, दृढ़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - steadfast

προφορά
(形) 確固とした

Αγγλικά → Κορεατικά - steadfast

προφορά
형. 믿음직한, 충실한; 변함없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - steadfast

προφορά
a. cương quyết, không nao núng


dictionary extension
© dictionarist.com