Αγγλικά → Ελληνικά - stated

προφορά
επίθ. ορισμένος, δηλωθείς, καθορισμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - stated

προφορά
adj. said, expressed verbally or in writing; settled, fixed

Αγγλικά → Γαλλικά - stated

προφορά
adj. indiqué, fixe, permanent; déclaré, défini, désigné

Αγγλικά → Γερμανικά - stated

προφορά
[state] v. festlegen; ausdrücken; bestimmen, feststellen, klarstellen, darlegen
adj. festgesetzt; bestimmt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - stated

προφορά
a. ditetapkan: yg ditetapkan, dijanjikan: yg dijanjikan

Αγγλικά → Ιταλικά - stated

προφορά
agg. stabilito, fissato, determinato; dichiarato, indicato, asserito; detto

Αγγλικά → Πολωνικά - stated

προφορά
v. określić, oświadczać, wyrazić, odnotować, oznaczać, oznajmiać, ustalać, opiewać, wyłuszczyć, zaznaczać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - stated

προφορά
adj. fixo; declarado, proclamado

Αγγλικά → Ρουμανικά - stated

προφορά
a. stabilit

Αγγλικά → Ρωσικά - stated

προφορά
прил. установленный, назначенный, зафиксированный, сформулированный, высказанный, регулярный

Αγγλικά → Ισπανικά - stated

προφορά
adj. dicho, indicado

Αγγλικά → Τουρκικά - stated

προφορά
s. belirli, belli, belirtilmiş, belirtilen, açıklanmış, kayıtlı, düzenli

Αγγλικά → Ουκρανικά - stated

προφορά
a. установлений, зафіксований, констатований

Αγγλικά → Ολλανδικά - stated

προφορά
bn. verklaard, aangegeven

Αγγλικά → Αραβικά - stated

προφορά
‏معلن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - stated

προφορά
(形) 指定的; 定时的; 定期的; 交待明白的

Αγγλικά → Κινεζικά - stated

προφορά
(形) 指定的; 定時的; 定期的; 交待明白的

Αγγλικά → Χίντι - stated

προφορά
a. निदिर्ष्ट, नियमित, क़याम किया हुआ, प्रकट किया हुआ, वर्णन किया हुआ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - stated

προφορά
(形) 決められた; 述べられた; 明言された
(動) 述べる; 前もって決める; 指定する

Αγγλικά → Κορεατικά - stated

προφορά
형. 진술된, 보도된; 정해진

Αγγλικά → Βιετναμικά - stated

προφορά
a. bày tỏ, cho biết rỏ ràng, phát biểu


dictionary extension
© dictionarist.com