Αγγλικά → Ελληνικά - standing

προφορά
ουσ. διάρκεια, θέση, ορθοστασία, στάση
επίθ. ακάθιστος, διαρκής, ιστάμενος, μόνιμος

Αγγλικά → Αγγλικά - standing

προφορά
n. status, reputation; duration, length of time; act of one who stands; place where one stands
adj. upright, erect; done while in an upright position; unchanging, lasting; still, stationary, stagnant
n. standing, status, reputation

Αγγλικά → Γαλλικά - standing

προφορά
n. position; place; situation
adj. fixe, permanent; debout, droit, dressé

Αγγλικά → Γερμανικά - standing

προφορά
[stand] v. stehen; bestehenbleiben; aufstehen; herumstehen; aufstellen; kandidieren; Kurs halten (Nautik); ertragen; vertragen
n. Ansehen, Rang; Zeitraum; Standhaftigkeit
adj. stehend; permanent; feststehend; kerzengerade stehen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - standing

προφορά
n. kedudukan
a. tetap

Αγγλικά → Ιταλικά - standing

προφορά
s. rango, condizione, posizione, livello; fama, reputazione, stima, credito; durata; anzianità di servizio, permanenza in servizio
agg. in piedi, eretto; dritto, diritto, verticale; che resta in vigore, valido, permanente; fisso; (Agr) non raccolto, non mietuto; che resta composto

Αγγλικά → Πολωνικά - standing

προφορά
n. czas postoju, pozycja, stanowisko, reputacja, czas trwania
a. stojący, obowiązujący, nienaruszalny, tradycyjny, statywowy
adv. stojący: na stojąco

Αγγλικά → Πορτογαλικά - standing

προφορά
s. posição; postura; consideração; crédito; categoria
adj. permanente; de pé; constante; fixo

Αγγλικά → Ρουμανικά - standing

προφορά
n. poziţie în picioare, atitudine, poză {fig.}, stare, poziţie, loc, reputaţie, rang, staţionare
a. picior: în picioare, loc: de pe loc, ridicat, fix, imobil, neschimbat, permanent, stabil, nesecerat, stătător

Αγγλικά → Ρωσικά - standing

προφορά
с. вес в обществе, ранг, репутация; продолжительность, длительность; стаж; стояние; местоположение, нахождение, положение
прил. стоящий, стоячий, неработающий; установленный; производимый из стоячего положения; постоянный, неподвижный, стационарный; простаивающий, непроточный

Αγγλικά → Ισπανικά - standing

προφορά
s. estatus, estado, situación, reputación; duración; acción de estar de pie o mantenerse en pie; lugar donde pararse
adj. de pie, en pie; derecho, erguido; estático, fijo, inmóvil

Αγγλικά → Τουρκικά - standing

προφορά
i. ayakta durma, konum, yer, mevki, saygınlık, itibar, eskilik, geçmiş
s. daimi, sürekli, sabit, dik duran, dikilen, ayakta, ayakta yapılan, durgun

Αγγλικά → Ουκρανικά - standing

προφορά
n. становище, стояння, тривалість, стаж
a. стоячий, постійний, непорушний, неподвижний, нерухливий, нерухомий

Γαλλικά → Αγγλικά - standing

προφορά
(m) n. standing, status, reputation

Ισπανικά → Αγγλικά - standing

προφορά
[standing (m)] n. standing

Αγγλικά → Ολλανδικά - standing

προφορά
zn. het staan; standpunt; tijdsverloop
bn. vast; staand, rechtop

Γαλλικά → Γερμανικά - standing

προφορά
n. lebensstandard

Γαλλικά → Ιταλικά - standing

προφορά
(respect) prestigio (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - standing

προφορά
(respect) posição social

Γαλλικά → Ισπανικά - standing

προφορά
(respect) posición social

Γαλλικά → Τουρκικά - standing

προφορά
[le] toplumsal konum, yaşam düzeyi; konfor

Γαλλικά → Ολλανδικά - standing

προφορά
(respect) maatschappelijk aanzien (n)

Αγγλικά → Αραβικά - standing

προφορά
‏وقوف، أهمية، نفوذ، مكانة، سمعة، منزلة، مرتبة، تصنيف، القائم‏
‏مستمر، واقف، منتصب، قائم، دائم، مستديم، ثابت، ساري المفعول‏

Αγγλικά → Κινεζικά - standing

προφορά
(名) 站立; 身份; 站立处; 地位
(形) 立着的, 经常的, 不动的

Αγγλικά → Κινεζικά - standing

προφορά
(名) 站立; 身份; 站立處; 地位
(形) 立著的, 經常的, 不動的

Αγγλικά → Χίντι - standing

προφορά
n. स्थान, पदवी, स्थिति, स्थायित्व, प्रतिष्ठा
a. खड़ा होनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - standing

προφορά
(形) 立っている; 常設の; 永続的な
(名) 地位; 評判; 立場; 継続
(動) 立つ, 立ち上がる, 起立する; 立てかける; 立てる; 置く; 耐える; 位置する; 態度をとる; 立ち向かう; 歯向かう

Αγγλικά → Κορεατικά - standing

προφορά
명. 입장, 명성; 지속; 서기; 장소
형. 직립의; 서있는; 영속적인, 변하지 않는; 고정된, 움직이지 않는, 흐르지 않는

Γερμανικά → Κινεζικά - standing

προφορά
[das] 身份。地位。声望。


dictionary extension
© dictionarist.com