Αγγλικά → Ελληνικά - stalwart

προφορά
ουσ. παλληκάρι, παλληκαράς
επίθ. ρωμαλέος, γεναίος

Αγγλικά → Αγγλικά - stalwart

προφορά
n. strong and sturdy man; one who strongly and faithfully supports a party or cause
adj. sturdy, robust, strong; steadfast, uncompromising

Αγγλικά → Γαλλικά - stalwart

προφορά
n. adepte, partisan
adj. partisan,fidèle

Αγγλικά → Γερμανικά - stalwart

προφορά
n. robust, stramm, strammer Kerl, treuer Anhänger
adj. robust, stämmig; entschieden; entschlossen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - stalwart

προφορά
n. pendukung
a. kuat, kukuh, mantap, tegap, berani, gagah

Αγγλικά → Ιταλικά - stalwart

προφορά
s. persona robusta e vigorosa; persona coraggiosa; persona risoluta; (Pol) membro fidato
agg. robusto, vigoroso, forte, gagliardo; animoso, coraggioso, valoroso, intrepido; risoluto, deciso

Αγγλικά → Πολωνικά - stalwart

προφορά
a. silny, rosły, dzielny, mężny, krzepki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - stalwart

προφορά
s. partidário
adj. forte, vigoroso, robusto

Αγγλικά → Ρουμανικά - stalwart

προφορά
n. membru marcant al unui partid
a. robust, curajos, viteaz, viguros, tare, decis, hotărât

Αγγλικά → Ρωσικά - stalwart

προφορά
с. стойкий приверженец, верный последователь, человек крепкого здоровья
прил. рослый, дюжий, здоровый, решительный, стойкий, непоколебимый, верный

Αγγλικά → Ισπανικά - stalwart

προφορά
s. partidario incondicional; persona fornida
adj. robusto, fornido, vigoroso; resuelto, acérrimo, decidido, firme; incondicional

Αγγλικά → Τουρκικά - stalwart

προφορά
s. sağlam, güvenilir, kuvvetli, güçlü, gözüpek, korkusuz

Αγγλικά → Ουκρανικά - stalwart

προφορά
n. здоровань, прихильник: стійкий прихильник
a. міцний, рішучий, відважний

Αγγλικά → Ολλανδικά - stalwart

προφορά
zn. volgeling, trouwe aanhanger
bn. flink, stoer, kloek, fors; standvastig, trouw

Αγγλικά → Αραβικά - stalwart

προφορά
‏رجل شجاع، إمرأة شجاعة، نصير راسخ الايمان، حامي الدين‏
‏قوي البنية، شجاع، طويل موفور العضل، راسخ الإيمان، شخص قوي البنية، مصصم، عازم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - stalwart

προφορά
(名) 健壮的人; 忠实成员, 坚定分子
(形) 健壮的; 坚定的, 坚决的; 结实的; 勇敢的, 英勇的

Αγγλικά → Κινεζικά - stalwart

προφορά
(名) 健壯的人; 忠實成員, 堅定分子
(形) 健壯的; 堅定的, 堅決的; 結實的; 勇敢的, 英勇的

Αγγλικά → Χίντι - stalwart

προφορά
n. पक्का समर्थक
a. मज़बूत, हृष्ट पुष्ट, बलवान, साहसी, वीर, निष्ठावान

Αγγλικά → Ιαπωνικά - stalwart

προφορά
(形) 強い, 丈夫な, 頑丈な; 意志の堅い; 忠実な
(名) 忠実な党員

Αγγλικά → Κορεατικά - stalwart

προφορά
명. 키가 크고 늠름한 사람, 매우 충실한 사람
형. 견고한, 튼튼한, 강한; 단호한, 고집센

Αγγλικά → Βιετναμικά - stalwart

προφορά
a. khỏe mạnh, cường tráng, quả quyết, mạnh mẽ


dictionary extension
© dictionarist.com