Ιταλικά → Αγγλικά - sregolato

προφορά
adj. dissolute, wanton; debauched

Ιταλικά → Γαλλικά - sregolato

προφορά
(comportamento) sans frein; débridé; déchaîné; non contenu; séditieux

Ιταλικά → Γερμανικά - sregolato

προφορά
adj. maßlos, ausschweifend, liederlich, unordentlich, unsolide, ungeregelt


dictionary extension
© dictionarist.com