Αγγλικά → Ελληνικά - spindle

προφορά
επίθ. άτρακτος
ουσ. αδράκτι

Αγγλικά → Αγγλικά - spindle

προφορά
n. small rod with tapered ends around which thread is twisted while spinning; rotating machine part or axis; cellular axis around which chromosomes are distributed during meiosis; rod of turned wood

Αγγλικά → Γαλλικά - spindle

προφορά
n. axe; contraction

Αγγλικά → Γερμανικά - spindle

προφορά
n. Spindel; Spulenhalter; spindeldürre Person

Αγγλικά → Ινδονησιακά - spindle

προφορά
n. gelendong, kumparan, tinggi: orang yg tinggi dan kurus, poros, pasak

Αγγλικά → Ιταλικά - spindle

προφορά
s. (Tess) fuso; (Mecc) alberino; mandrino; (Fis) idrometro; (Tess) unità di misura

Αγγλικά → Πολωνικά - spindle

προφορά
n. wrzeciono, biegun

Αγγλικά → Πορτογαλικά - spindle

προφορά
s. bilro, carretel; pessoa fina e elegante; eixo; veio; espeto

Αγγλικά → Ρουμανικά - spindle

προφορά
n. fus {text.}, arbore, osie {tehn.}, ac, ax, pivot {tehn.}
v. întinde: se întinde, lungi: se lungi că un fus

Αγγλικά → Ρωσικά - spindle

προφορά
с. веретено, мера пряжи; стройный человек; ось, вал, стержень, стойка перил

Αγγλικά → Ισπανικά - spindle

προφορά
s. malacate; huso, eje

Αγγλικά → Τουρκικά - spindle

προφορά
i. iğ, iş, mil, dingil, eksen, asitmetre, yoğunluk ölçer, iğağacı, bir iplik uzunluk ölçüsü, kromozomların bağlandığı lifler (hücre bölünmesi)

Αγγλικά → Ουκρανικά - spindle

προφορά
n. пряжа: міра пряжі, високий: висока людина
v. насаджувати на вал, витягуватися

Αγγλικά → Ολλανδικά - spindle

προφορά
zn. spil, as, spoel, klos; spijl, stang, pin

Αγγλικά → Αραβικά - spindle

προφορά
‏محور، عمود دوران، ذراع، مغزل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - spindle

προφορά
(名) 纱锭, 轴, 纺锤

Αγγλικά → Κινεζικά - spindle

προφορά
(名) 紗錠, 軸, 紡錘

Αγγλικά → Χίντι - spindle

προφορά
n. तकला, टेकुई, धुरा, दुर्बल पदार्थ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - spindle

προφορά
(名) 錘; 軸

Αγγλικά → Κορεατικά - spindle

προφορά
명. 물렛가락; 축; 세포분열중 배분되는 염색체를 둘러싼 세포축; 나뭇가지

Αγγλικά → Βιετναμικά - spindle

προφορά
n. cái mũi quay, con quay, cây trục quay
dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: spindling
Present: spindle (3.person: spindles)
Past: spindled
Future: will spindle
Present conditional: would spindle
Present Perfect: have spindled (3.person: has spindled)
Past Perfect: had spindled
Future Perfect: will have spindled
Past conditional: would have spindled
© dictionarist.com